Ian Gillan: «Οι Deep Purple δεν είναι heavy metal μπάντα»
Οι Deep Purple θεωρούνται εδώ και δεκαετίες ένα από τα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν τον σκληρό ήχο του rock και άνοιξαν τον δρόμο για την εμφάνιση του heavy metal. Ο Ian Gillan, όμως, δεν συμφωνεί ιδιαίτερα με αυτή την ταμπέλα και ξεκαθαρίζει ότι, αν πρέπει οπωσδήποτε να κατατάξει κανείς τη μπάντα του σε κάποιο μουσικό είδος, προτιμά τον όρο hard rock.
Σε νέα συνέντευξή του στο βρετανικό περιοδικό The Chap, ο τραγουδιστής των Deep Purple ρωτήθηκε αν θεωρεί καταλληλότερο τον χαρακτηρισμό heavy rock ή hard rock. Η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη.
«Αν πρέπει να επιλέξουμε ένα είδος, θα προτιμούσα το hard rock»,
ανέφερε, εξηγώντας ότι ο όρος heavy rock συνδέθηκε περισσότερο με την εξέλιξη που οδήγησε στο heavy metal.
Ο Gillan αποκάλυψε μάλιστα ότι στο παρελθόν έχει αρνηθεί βραβεία που αφορούσαν το heavy metal, καθώς δεν θεωρεί ότι αυτός ο χαρακτηρισμός αντιπροσωπεύει τη μουσική των Deep Purple.
«Έχω αρνηθεί βραβεία για το heavy metal, παρότι οι περισσότεροι φίλοι μου ανήκουν σε αυτόν τον χώρο, όπως οι Black Sabbath και τα παιδιά από τους Metallica. Είμαστε καλοί φίλοι, αλλά δεν είναι πραγματικά αυτό που κάνουμε εμείς», εξήγησε.
Δεν πρόκειται βέβαια για κάποια ξαφνική αλλαγή στάσης. Ο Gillan έχει μιλήσει αρκετές φορές για τη μουσική ταυτότητα των Deep Purple και τη δυσκολία να περιορίσει κανείς τον ήχο τους σε μία συγκεκριμένη κατηγορία.
Άλλωστε, η μουσική της μπάντας είχε πάντα περισσότερα στοιχεία από τις βαριές κιθάρες και τις δυνατές φωνητικές ερμηνείες. Το blues, το κλασικό rock ‘n’ roll, οι αυτοσχεδιασμοί, οι jazz επιρροές και ο χαρακτηριστικός ήχος του Hammond organ αποτελούν βασικά συστατικά των Deep Purple από τα πρώτα τους χρόνια.
Και ίσως γι’ αυτό ο Gillan επιμένει ότι το heavy metal δεν περιγράφει σωστά αυτό που κάνουν.
Οι ρίζες στο rock ‘n’ roll και η σχέση με τους Black Sabbath
Για να εξηγήσει καλύτερα τη θέση του, ο Gillan αναφέρθηκε στους μουσικούς με τους οποίους μεγάλωσε.
Elvis Presley, Little Richard, Jerry Lee Lewis, Roy Orbison, Buddy Holly, Everly Brothers και Chuck Berry είναι μερικά από τα ονόματα που διαμόρφωσαν τη δική του αντίληψη για το rock ‘n’ roll.
Όπως παρατήρησε, αν αυτοί οι καλλιτέχνες εμφανίζονταν σήμερα, πιθανότατα η μουσική βιομηχανία θα τους χώριζε σε διαφορετικές κατηγορίες και θα τους τοποθετούσε σε διαφορετικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, παρότι όλοι προέρχονταν από την ίδια ευρύτερη μουσική παράδοση.
Είναι μια παρατήρηση που έχει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου σχεδόν κάθε μουσικό ύφος χρειάζεται τη δική του υποκατηγορία.
Οι Deep Purple εμφανίστηκαν σε μια περίοδο που τα όρια ανάμεσα στο hard rock, το blues rock και τον πιο βαρύ ήχο δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα. Δίσκοι όπως τα Deep Purple in Rock, Fireball και Machine Head διαμόρφωσαν ένα μουσικό ύφος που επηρέασε καθοριστικά τις επόμενες γενιές συγκροτημάτων.
Το γεγονός ότι οι Deep Purple συνέβαλαν στην εξέλιξη του heavy metal, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ίδιος ο Gillan αισθάνεται πως ανήκει σε αυτό.
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στην προσωπική του ιστορία. Ο άνθρωπος που σήμερα απορρίπτει την ταμπέλα του heavy metal υπήρξε τραγουδιστής των Black Sabbath και ηχογράφησε μαζί τους το Born Again το 1983.
Ο δίσκος παραμένει μία από τις πιο ιδιαίτερες κυκλοφορίες των Sabbath, καθώς συνδύασε τη φωνή του Gillan με τον σκοτεινό, βαρύ ήχο της κιθάρας του Tony Iommi. Μπορεί η συνεργασία να μην κράτησε πολύ, αλλά αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία και των δύο πλευρών.
Ο Gillan δεν έχει αμφισβητήσει ποτέ τη σημασία των Black Sabbath για το heavy metal. Αντίθετα, σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε αναγνωρίσει ότι η μπάντα του Iommi έπαιξε καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στη γέννηση του είδους, αλλά και στη διαμόρφωση του ήχου που αργότερα επηρέασε τη σκηνή του Seattle.
Έχει επίσης χρησιμοποιήσει το «Smoke On The Water» ως παράδειγμα για να εξηγήσει γιατί θεωρεί λανθασμένη την αντιμετώπιση των Deep Purple ως μιας καθαρά heavy metal μπάντας.
Σε συνέντευξή του στο Planet Rock τον περασμένο Μάιο, στάθηκε ιδιαίτερα στο παίξιμο του Ian Paice, τονίζοντας ότι η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν βασίζεται απλώς στη δύναμη του χαρακτηριστικού riff.
Ο Paice παίζει με μια λεπτότητα και ένα ιδιαίτερο swing που, σύμφωνα με τον Gillan, πολλοί ντράμερ δεν αντιλαμβάνονται όταν επιχειρούν να ερμηνεύσουν το κομμάτι.
Μάλιστα, θυμήθηκε μια εμφάνιση με τον Lars Ulrich των Metallica στο San Francisco, όταν ο Ulrich έπαιξε το «Smoke On The Water» με πολύ πιο επιθετικό τρόπο από εκείνον που απαιτεί, κατά τη γνώμη του, το τραγούδι.
Και εδώ βρίσκεται ουσιαστικά η διαφορά που προσπαθεί να περιγράψει ο Gillan. Η ένταση δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που καθορίζει τη μουσική των Deep Purple. Εξίσου σημαντικά είναι ο ρυθμός, οι δυναμικές, ο αυτοσχεδιασμός και η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα όργανα.
Στο μεταξύ, οι Deep Purple εξακολουθούν να είναι ενεργοί. Τον περασμένο Ιούλιο κυκλοφόρησαν το Splat!, το 24ο studio album τους, με παραγωγό για ακόμη μία φορά τον Bob Ezrin. Πρόκειται για μια δουλειά που παρουσιάστηκε ως μία από τις πιο βαριές της πρόσφατης δισκογραφίας τους, διατηρώντας όμως τα γνώριμα στοιχεία του ήχου τους.
Ο Gillan ετοιμάζει επίσης για την άνοιξη του 2027 την περιοδεία Talking Gib’rish στη Βρετανία, μια σειρά εκδηλώσεων στις οποίες θα μοιραστεί ιστορίες από την προσωπική του ζωή και την πορεία του στη μουσική, χωρίς τη συνηθισμένη μορφή μιας rock συναυλίας.
Η συζήτηση για το αν οι Deep Purple είναι hard rock ή heavy metal πιθανότατα δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Μαζί με τους Black Sabbath και τους Led Zeppelin, βρίσκονται σταθερά ανάμεσα στα συγκροτήματα που αναφέρονται όταν μιλάμε για τη γέννηση του σκληρού ήχου.
Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να διαλέξουμε στρατόπεδο. Οι Deep Purple υπήρξαν αρκετά σημαντικοί ώστε να επηρεάσουν περισσότερα από ένα μουσικά είδη, χωρίς να περιορίζονται απόλυτα σε κανένα από αυτά.
Και ο Ian Gillan έχει κάθε δικαίωμα να περιγράφει τη μουσική του όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται.
Το ότι οι Deep Purple βοήθησαν να γεννηθεί το heavy metal δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραίτητα να τους αποκαλούμε heavy metal μπάντα.