Θέμα . Rock Subgenres

Η Ηχητική Οδύσσεια της Ροκ Μουσικής – 2010s

Τα 2010s δεν είναι η δεκαετία που η rock πέθανε. Είναι η δεκαετία που σταμάτησε να κάθεται στο κέντρο — και αυτή η μετατόπιση αλλάζει τα πάντα. Τον τρόπο που ηχογραφείται, τον τρόπο που διανέμεται, τον τρόπο που γράφεται. Η rock στα 2010s είναι πιο ελεύθερη από ποτέ — και πιο αόρατη από ποτέ. Αυτή η αντίφαση είναι η ουσία της δεκαετίας.

Γραφει: Chris Goulielmos Ημ/νια: 1 July 2026
Σειρά Η Ηχητική Οδύσσεια της Ροκ Μουσικής Part 6

Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει στη rock μουσική των 2010s, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι συμβαίνει γύρω από αυτή. Το 2011 το Spotify ανοίγει στις ΗΠΑ. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας έχει αλλάξει οριστικά τον τρόπο που ακούμε μουσική — και με αυτό, τον τρόπο που η μουσική φτιάχνεται.

Το streaming δεν είναι απλώς νέος τρόπος διανομής. Είναι νέα λογική κατανάλωσης. Στο παλαιό μοντέλο, ο ακροατής αγόραζε ένα άλμπουμ και άκουγε ένα άλμπουμ — από την αρχή ώς το τέλος, με την εσωτερική του λογική και δομή. Στο streaming, ο ακροατής ακούει playlists. Αλγόριθμοι αποφασίζουν τι παίζει μετά. Κάθε κομμάτι ανταγωνίζεται μόνο του — ανεξάρτητα από το άλμπουμ στο οποίο ανήκει.

Αυτό είναι καταστροφικό για τη rock με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Η rock παράδοση, από τους Beatles και έπειτα, βασίζεται στο άλμπουμ ως καλλιτεχνική μονάδα. Ένα άλμπουμ δεν είναι συλλογή τραγουδιών — είναι δήλωση. Έχει αρχή, μέση, τέλος. Έχει εσωτερική λογική, θεματική συνοχή, ηχητική ταυτότητα. Στη streaming εποχή, αυτή η δομή δεν ανταμείβεται — το πρώτο 30 δευτερόλεπτα κάθε κομματιού είναι αυτό που μετράει, γιατί αν ο ακροατής φύγει πριν, το stream δεν καταγράφεται.

Η Rock στη Δεκαετία του 2010 – Μετά τον Θρόνο

Streaming, Algorithm και η Κατάρρευση του Album Cycle

Ταυτόχρονα, η hip-hop και η pop κυριαρχούν στα charts με τρόπο που δεν έχει ξαναγίνει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η rock εξαφανίζεται — σημαίνει ότι αλλάζει θέση. Και αυτή η αλλαγή θέσης έχει ενδιαφέροντα παράδοξα: ποτέ στην ιστορία δεν ήταν τόσο εύκολο να ηχογραφήσεις rock μουσική. Ένα laptop, ένα audio interface, λογισμικό που κάποτε στοίχιζε χιλιάδες δολάρια — τώρα είναι προσβάσιμο στον καθένα. Το home recording γίνεται mainstream. Αυτό γεννά μια τεράστια, αόρατη underground σκηνή — περισσότερη rock από ποτέ με λιγότερη ορατότητα από ποτέ όμως.

Η δεκαετία αρχίζει επίσης με αλλαγή στον τρόπο που τα άλμπουμ κυκλοφορούν. Στα τέλη των 2000s οι Radiohead κυκλοφόρησαν το In Rainbows με pay-what-you-want μοντέλο. Στα 2010s αυτή η λογική επεκτείνεται: οι Beyoncé και οι U2 «δωρίζουν» άλμπουμ απευθείας στους χρήστες Apple. Η έννοια της «κυκλοφορίας» αλλάζει — και μαζί της, η έννοια της αξίας της μουσικής.

Η πιο ενδιαφέρουσα μουσική ιστορία των 2010s δεν είναι καινούριες μπάντες που εμφανίζονται — είναι παλαιότερες που αποφασίζουν να αμφισβητήσουν ριζικά τον ήχο τους. Και αυτό γίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο: η ηλεκτρική κιθάρα υποχωρεί. Τα synthesizers, τα samplers, τα electronic textures αναλαμβάνουν. Η ρυθμική λογική της hip-hop και του R&B εισχωρεί.

Αυτή η στροφή δεν είναι τυχαία, είναι απόκριση σε ένα περιβάλλον όπου η pop και η hip-hop ορίζουν τον ήχο της εποχής. Οι rock μουσικοί που θέλουν να παραμένουν επίκαιροι, αρχίζουν να μαθαίνουν από αυτές τις παραδόσεις — τον τρόπο που χτίζεται ένα groove, τον τρόπο που η παραγωγή είναι το τραγούδι αντί να είναι απλώς η ενδυμασία του.

Αυτή η αλλαγή φαίνεται καθαρά στο πώς αλλάζει η παραγωγή. Στα 90s και 2000s, η τυπική rock παραγωγή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: κιθάρες στο κέντρο του mix, τύμπανα με room sound, βαθύ bass. Στα 2010s, τα πιο influential rock άλμπουμ έχουν παραγωγή που δανείζεται από electronic music: layered synthesizers που αντικαθιστούν ή συμπληρώνουν κιθάρες, programmed ή heavily processed drums, vocals με autotune ή pitch correction όχι για διόρθωση αλλά ως ηχητικό εργαλείο.

Ο Kevin Parker των Tame Impala είναι ο πιο χαρακτηριστικός παραγωγός αυτής της εξέλιξης. Ο τρόπος που ηχογραφεί τα drums — heavy compression, gated reverb, σχεδόν machine-like precision — ή ο τρόπος που χρησιμοποιεί synthesizers όχι ως χρώμα αλλά ως κύριο μελωδικό και αρμονικό όργανο, αλλάζει το πώς ακούγεται μια «rock» μπάντα. Το Currents (2015) είναι ίσως η σαφέστερη δήλωση αυτής της αλλαγής: ένα άλμπουμ που ξεκίνησε ως psych rock project και κατέληξε να ακούγεται πιο κοντά σε electronic pop — χωρίς να νιώθεις ότι κάτι χάθηκε. Το αντίθετο.

Παρόμοια πορεία ακολουθούν οι Arctic Monkeys με το AM (2013). Εδώ η αλλαγή είναι ρυθμική: τα drums παίρνουν hip-hop influenced patterns, τα riffs έχουν funk και R&B groove αντί για το κλασικό post-punk αίσθημα. Οι κιθάρες παραμένουν — αλλά η ρυθμική τους λογική είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό που κάνει αυτή τη στροφή πετυχημένη είναι ότι δεν ακούγεται σαν υπολογισμός. Ακούγεται σαν φυσική εξέλιξη.

Οι Radiohead συνεχίζουν στα 2010s μια πορεία που ξεκίνησε με το Kid A: αποδόμηση της rock δομής από μέσα. Το The King of Limbs (2011) είναι το πιο minimal τους άλμπουμ — loops που χτίζονται πάνω σε loops, percussion που προέρχεται εξίσου από jazz και electronic, φωνητικά που επεξεργάζονται ώστε να γίνουν texture αντί για μελωδία. Το A Moon Shaped Pool (2016) πηγαίνει προς orchestra — strings και χορωδία αντικαθιστούν τα synthesizers. Και στα δύο, η κιθάρα είναι ένα από πολλά εργαλεία — όχι το κέντρο.

Ο Justin Vernon (Bon Iver) κάνει την πιο ριζοσπαστική κίνηση: το 22, A Million (2016) χρησιμοποιεί autotune και vocoder όχι για να διορθώσει τη φωνή αλλά για να τη μετατρέψει σε νέο όργανο. Οι τίτλοι των κομματιών είναι συνδυασμοί αριθμών, συμβόλων και γραμμάτων. Η δομή είναι fragmented, non-linear. Είναι ένα album που αρνείται να είναι «rock» με οποιαδήποτε παραδοσιακή έννοια — και ταυτόχρονα προέρχεται εξ ολοκλήρου από rock παράδοση. Αυτή η αντίφαση είναι η καρδιά της.

Παράλληλα με αυτούς που εξελίσσονται προς electronic και ambient ήχους, υπάρχει ένα αντίρροπο κίνημα — και δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο συμβαίνουν ταυτόχρονα. Καθώς η ψηφιακή παραγωγή κυριαρχεί, ένας αριθμός μουσικών απαντά με την πιο ακραία δυνατή αντίδραση: αναλογικός ήχος, live recording, vintage εξοπλισμός, μηδενική ψηφιακή επεξεργασία.

Ο Jack White (White Stripes) κάνει αυτή τη φιλοσοφία ιδρυτική αρχή. Ηχογραφεί σε αναλογική κονσόλα, αποφεύγει Pro Tools, χρησιμοποιεί vintage ενισχυτές και κιθάρες με ιστορία. Αλλά δεν πρόκειται απλώς για νοσταλγία — πρόκειται για πεποίθηση ότι ο ήχος έχει αξία ως φυσικό αντικείμενο. Αυτό εκφράζεται και εμπορικά: η Third Man Records εκδίδει βινύλια, λειτουργεί φυσικό κατάστημα στο Nashville, υποστηρίζει ζωντανές ηχογραφήσεις. Σε εποχή streaming, αυτό είναι ιδεολογική δήλωση.

Στη μουσική, αυτή η φιλοσοφία ακούγεται ως blues με σύγχρονη ένταση. Οι κιθάρες έχουν natural overdrive — όχι ψηφιακά εφφέ. Τα τύμπανα έχουν room sound, αναπνοή, ατέλειες. Τα φωνητικά δεν διορθώνονται. Αυτή η ακατέργαστη ποιότητα δεν είναι αδυναμία παραγωγής — είναι συνειδητή επιλογή που λέει: αυτό είναι ένας άνθρωπος που παίζει μουσική, όχι ένας αλγόριθμος.

Παρόμοια φιλοσοφία, εντελώς διαφορετική εκτέλεση: οι Alabama Shakes από το Athens της Alabama φέρνουν soul και blues rock με ήχο που δεν θυμίζει τίποτα σύγχρονο. Η φωνή της Brittany Howard δεν μπορεί να προγραμματιστεί — είναι ακατέργαστη, ευρύτατη σε εύρος, συναισθηματικά άμεση με τρόπο που κανένα production trick δεν μπορεί να μιμηθεί. Αυτό που κάνουν οι Alabama Shakes σημαντικό δεν είναι ο ήχος — είναι η υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη φωνή παραμένει το πιο ισχυρό instrument που υπάρχει.

Οι Black Keys ακολουθούν παρόμοιο μονοπάτι: garage blues που παίζεται από δύο ανθρώπους, ηχογραφημένο με minimal setup, mix που ακούγεται βρώμικο με καλό τρόπο. Αλλά προσθέτουν κάτι σημαντικό: pop songwriting. Τα chorus είναι catchy, η δομή accessible, τα τραγούδια σύντομα και άμεσα. Αποδεικνύουν ότι «επιστροφή στις ρίζες» δεν σημαίνει αδυναμία να φτάσεις στο κοινό — σημαίνει επιλογή ποιοτήτων που η mainstream παραγωγή έχει αφήσει πίσω.

Η folk και americana που εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας έχει διαφορετική αισθητική αλλά ίδια φιλοσοφία. Ακουστικές κιθάρες, banjo, fiddle, stomping, gang vocals — ήχος που παραπέμπει σε συλλογική μουσική εμπειρία, σε παράδοση που προηγείται της ηλεκτρικής κιθάρας. Οι στίχοι αυτής της κατεύθυνσης — Mumford & Sons, Fleet Foxes, The Lumineers — τείνουν προς θεματικές επιστροφής: σπίτι, κοινότητα, ανθρώπινη σύνδεση. Σε εποχή που η επικοινωνία γίνεται ψηφιακή, η λαχτάρα για κάτι σωματικό, πραγματικό, παρόν — αυτή η λαχτάρα ακούγεται σε κάθε banjo χορδή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το κίνημα δεχόταν επικριτική κριτική: κατηγορήθηκε για επιφανειακή νοσταλγία, για «faux authenticity» — authenticity ως marketing strategy αντί για γνήσια ανάγκη. Αυτή η κριτική δεν είναι άδικη. Αλλά ακόμα και αν η νοσταλγία είναι κατασκευασμένη, η ανάγκη που καλύπτει είναι πραγματική. Και αυτή η ανάγκη — για κάτι ανθρώπινο, για κάτι που να μπορείς να κρατήσεις — είναι από τις πιο θεμελιώδεις που υπάρχουν.

Υπάρχει μια τρίτη κατηγορία — μπάντες που δεν εξελίσσονται προς electronic, δεν επιστρέφουν στο blues, δεν κάνουν κανένα από τα δύο. Απλώς συνεχίζουν να κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν — και το κάνουν καλά. Σε εποχή που η rock έχει χάσει την εμπορική της κυριαρχία, αυτές οι μπάντες εξακολουθούν να γεμίζουν στάδια. Αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα.

Το arena rock των 2010s έχει παραγωγή που διαφέρει από αυτή των 90s: είναι πιο compressed, πιο polished, ήχος σχεδιασμένος να γεμίζει χώρους με κακή ακουστική. Τα riffs είναι μεγάλα και αναγνωρίσιμα. Τα chorus έχουν gang vocals ή χορωδιακό χαρακτήρα που καλεί το κοινό να τραγουδήσει. Αυτή η μουσική χρειάζεται το live — δεν είναι πλήρης χωρίς 50.000 ανθρώπους να την τραγουδούν ταυτόχρονα.

Οι Foo Fighters είναι η μπάντα που εκπροσωπεί αυτή τη φιλοσοφία πιο ξεκάθαρα. Το Wasting Light (2011) ηχογραφείται αναλογικά στο γκαράζ του Grohl — ένα statement για αξίες, αλλά και ένα statement για ήχο. Ο ήχος είναι ζωντανός, ανθρώπινος, με μικρές ατέλειες που αποδεικνύουν ότι πραγματικοί άνθρωποι το έπαιξαν σε πραγματικό χώρο. Αυτό έχει αξία ακριβώς επειδή γίνεται αντίθετα στο trend.

Οι Queens of the Stone Age από την άλλη αντιπροσωπεύουν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε desert rock με pop intelligence. Τα riffs είναι βαριά και angular — αλλά κάτω από αυτά κρύβεται songwriting που σέβεται τη δομή και τη μελωδία. Αυτός ο συνδυασμός — βαρύς ήχος, έξυπνη δόμηση — είναι δύσκολο να επιτευχθεί και εύκολο να αναγνωριστεί όταν υπάρχει.

Οι Muse αντιπροσωπεύουν μια πιο φιλόδοξη εκδοχή: arena rock που δεν φοβάται τη θεατρικότητα. Κάθε άλμπουμ τους στα 2010s είναι και ένα concept — technology and humanity (The 2nd Law), war and control (Drones), simulation and reality (Simulation Theory). Οι παραγωγές τους είναι εξελιγμένες, χρησιμοποιούν orchestral arrangements, electronic textures, progressive δομές. Δεν κάνουν rock που αρνείται να εξελιχθεί — κάνουν rock που εξελίσσεται προς τα πάνω, προς το μεγαλύτερο, το πιο φιλόδοξο.

Αξίζει μια αναφορά στις Imagine Dragons και τους Twenty One Pilots — δύο μπάντες που γεννούν έντονη αντίδραση στις rock κοινότητες. Ο ήχος τους είναι hybrid: electronic, hip-hop και pop αισθητική με rock instrumentation. Δεν είναι «καθαρό» rock — αλλά η ερώτηση «τι είναι καθαρό rock» δεν έχει καμία χρήσιμη απάντηση. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτές οι μπάντες φτάνουν σε εκατομμύρια ακροατές που ποτέ δεν θα άκουγαν κλασικό rock — και αυτό έχει τη δική του αξία.

Ενώ το mainstream αναδιαμορφώνεται, κάτι σημαντικό συμβαίνει στο underground: η rock γίνεται ελεύθερη όσο δεν ήταν ποτέ όταν κυριαρχούσε τις προηγούμενες δεκαετίες. Χωρίς την πίεση να είναι εμπορικά βιώσιμη σε mainstream επίπεδο, underground μπάντες κάνουν ό,τι θέλουν και αυτό παράγει μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες μουσικές των 2010s.

Το emo revival — ή fourth wave emo, όπως ονομάζεται — είναι επιστροφή στις αξίες του 90s underground emo: ειλικρίνεια, προσωπικοί στίχοι που δεν προστατεύονται από ειρωνεία. Ο ήχος δεν είναι νοσταλγικός αλλά είναι πιο σύγχρονος. Οι κιθάρες είναι καθαρές ή με μια ελαφριά παραμόρφωση, με fingerpicking patterns που θυμίζουν λίγο και math rock.

Αυτό που κάνει αυτό το είδος σημαντικό είναι η ειλικρίνεια των στίχων. Σε εποχή που η pop μουσική στοχεύει αποκλειστικά την επιτυχία και την διατήρηση στην θέση της mainstream μουσικής, το emo revival γράφει για αποτυχία, αμφιβολία, mental health και κρίση ταυτότητας. Δεν προσφέρει απαντήσεις αλλά θέτει ερωτήματα. Και αυτό αγγίζει μια γενιά που μεγαλώνει με τα social media: την πίεση να φαίνεσαι καλά ενώ δεν νιώθεις καλά.

Το post-rock συνεχίζει στα 2010s μια παράδοση που ξεκίνησε στα 90s — αλλά η εποχή του streaming το αλλάζει. Σε έναν κόσμο όπου ο μέσος ακροατής αλλάζει κομμάτι κάθε λίγα λεπτά, το post-rock είναι αντίδραση: κομμάτια 10, 15, 20 λεπτών χωρίς στίχους, χωρίς riffs με την παραδοσιακή έννοια, χωρίς frontman που να κατευθύνει την εμπειρία. Μόνο η μουσική με αρχιτεκτονικές εντάσεων και crescendos που χτίζουν για λεπτά την ένταση πριν σπάσουν.

Ο ήχος αυτής της κατεύθυνσης είναι αναγνωρίσιμος: καθαρές κιθάρες που παίζουν αρπίσματα, μπάσο που χτίζει αργά, τύμπανα που μπαίνουν αργά και κλιμακώνονται, synthesizer layers που προσθέτουν βάθος. Και η εκτόνωση — το στιγμή όπου όλα καταρέουν ταυτόχρονα, είναι από τις πιο καθαρκτικές εμπειρίες που προσφέρει η σύγχρονη μουσική.

Το shoegaze revival φέρνει πίσω τον ήχο που ορίστηκε από τους My Bloody Valentine στις αρχές των 90s: κιθάρες βουτηγμένες σε reverb και tremolo, φωνητικά που χάνονται μέσα στο mix αντί να το κυριαρχούν, ρυθμοί που αισθάνονται περισσότερο σαν κύματα παρά σαν beats. Νέες μπάντες ανακαλύπτουν αυτή τη φιλοσοφία μέσα από το internet — για πρώτη φορά, ο αρχειακός αυτός ήχος είναι άμεσα προσβάσιμος και φυσικά διαθέσιμος για μελέτη.

Το πιο ενδιαφέρον πείραμα της δεκαετίας σε αυτό το χώρο είναι ο συνδυασμός shoegaze με black metal — που ακούγεται αδύνατος αλλά είναι πειστικά επιτυχημένος. Κιθάρες με tremolo picking και blast beat τύμπανα — τυπικά black metal στοιχεία — ντυμένα με reverb-heavy, dreamy texture που ανήκει στο shoegaze. Αυτός ο ήχος, που αποκαλείται μερικές φορές blackgaze, είναι ίσως το πιο πρωτότυπο genre που γεννήθηκε στη δεκαετία. Αποδεικνύει ότι τα genre boundaries είναι πάντα διαπερατά αν κάποιος τολμήσει να τα περάσει.

Στα τέλη της δεκαετίας, το ερώτημα «είναι νεκρή η rock;» γίνεται mainstream συζήτηση — σε μουσικά περιοδικά, σε podcasts, σε social media. Δεν υπάρχει rock μπάντα στο Top 10 του Spotify. Δεν υπάρχει rock άλμπουμ που να κυριαρχεί στον μουσικό διάλογο με τον τρόπο που το έκαναν το Nevermind ή το OK Computer.

Αλλά το ερώτημα είναι λανθασμένο — γιατί βασίζεται σε μια παρεξήγηση για το τι είναι η rock. Αν η rock ορίζεται από chart position και streaming numbers, τότε ναι, «πεθαίνει». Αλλά αν η rock ορίζεται από μια αισθητική φιλοσοφία — ειλικρίνεια, ενέργεια, η ιδέα ότι ένα group ανθρώπων με όργανα μπορεί να πει κάτι αληθινό — τότε όχι μόνο δεν πεθαίνει, αλλά έχει διαχυθεί παντού.

Η rock αισθητική εμφανίζεται στα 2010s σε χώρους που δεν θα περίμενε κανείς. Καλλιτέχνες hip-hop χρησιμοποιούν live bands, guitar riffs, rock ενέργεια στα live τους. Pop καλλιτέχνες ηχογραφούν σε home studios με DIY φιλοσοφία που προέρχεται ευθεία από punk. Η Beyoncé στο Lemonade (2016) χρησιμοποιεί Jack White-style blues guitar και stadium rock arrangements. Ο Kendrick Lamar στο To Pimp a Butterfly (2015) δανείζεται jazz και funk για να πει πολιτικά πράγματα με ένταση που η rock πάντα διεκδικούσε.

Αυτή η διάχυση έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα: η rock επιρροή είναι παντού — αλλά δεν ονομάζεται πλέον rock. Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό πράγμα που συνέβη στη δεκαετία: η rock έπαψε να είναι genre και έγινε γλώσσα. Μια γλώσσα που μπορείς να μιλάς ακόμα κι αν δεν παίζεις ηλεκτρική κιθάρα.

Υπάρχει όμως και μια πιο σκληρή αλήθεια: η rock έχει πρόβλημα ανανέωσης. Οι μπάντες που ορίζουν τη δεκαετία — Tame Impala, Arctic Monkeys, Foo Fighters, Queens of the Stone Age — δεν είναι νέες. Είναι μπάντες που ξεκίνησαν στα 90s ή 2000s. Η νέα γενιά που έρχεται είναι πιο πιθανό να κάνει hip-hop, R&B ή electronic παρά rock. Και αυτό είναι μια πραγματική αλλαγή που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Αλλά — και αυτό είναι σημαντικό — κάθε δεκαετία είχε τον «θάνατο της rock». Στα 70s η disco «σκότωσε» τη rock. Στα 80s το MTV και το synth pop «σκότωσαν» τη rock. Στα 90s η grunge «σκότωσε» τη rock — και μετά τη ζωντάνεψε. Η rock έχει μια εκπληκτική ικανότητα να επιστρέφει — ακριβώς επειδή η ανάγκη που καλύπτει, η ανάγκη για ήχο που αισθάνεται ανθρώπινος, ζωντανός, αληθινός, δεν εξαφανίζεται ποτέ.

Τα 2010s είναι η πρώτη δεκαετία που η rock ζει χωρίς να είναι στο κέντρο. Και αυτό — παρά όλες τις εμφανείς απώλειες — είναι ίσως η πιο ελεύθερη κατάσταση που είχε βρεθεί ποτέ. Χωρίς την πίεση να είναι mainstream, η rock μπορεί να είναι οτιδήποτε, Shoegaze που ανακατεύεται με black metal, Folk που ηχογραφείται σε cabin, Blues που παίζεται με vintage ενισχυτές ή Psych rock που εξελίσσεται σε synth pop.

Αυτή η ελευθερία δεν είναι ορατή στα charts όμως είναι ορατή στις λεπτομέρειες — στον τρόπο που ένα underground emo album φτάνει σε ακροατές σε 40 χώρες μέσω του Bandcamp. Στον τρόπο που ένα post-rock κομμάτι γίνεται soundtrack σε εκατοντάδες YouTube βίντεο. Στον τρόπο που μια garage blues μπάντα από την Alabama κερδίζει Grammy.

Η rock δεν πέθανε στα 2010s. Κατακερματίστηκε — ναι για ακόμα μια φορά αλλά αυτός ο κατακερματισμός, όπως πάντα στην ιστορία της, δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή κάτι νέου. Το τι ακριβώς — αυτό ανήκει στη δεκαετία που ακολουθεί.

Chris Goulielmos
Συντάκτης, Pink Radio
PINK-RADIO.GR
Chat