Live Report · Art Rock / Indie · EJEKT Festival 2026 · 20η Διοργάνωση
Florence + the Machine Άλλο Επίπεδο
Η καλύτερα οργανωμένη βραδιά της φετινής αθηναϊκής καλοκαιρινής σεζόν — και ίσως η καλύτερη live εμφάνιση που έχουμε δει το 2026 σε ελληνικό έδαφος. Η Florence Welch είναι απλώς άλλο επίπεδο. Τα βεγγαλικά ήταν απαραίτητα.
Γραφει: Chris Goulielmos
Ημ/νια: 14 July 2026
Με τους: Suede, Holly Humberstone, Elena Leoni
— FLORENCE + THE MACHINE — · 01. Everybody Scream · 02. Shake It Out · 03. Which Witch · 04. Spectrum · 05. Rabbit Heart (Raise It Up) · 06. You Got the Love · 07. Hunger · 08. King · 09. Howl · 10. What Kind of Man · 11. Heaven Is Here · 12. One of the Greats · 13. Buckle · 14. Never Let Me Go · 15. Sympathy Magic · 16. Dog Days Are Over · 17. Free · — SUEDE — · 01. Disintegrate · 02. Trash · 03. Animal Nitrate · 04. Filmstar · 05. Personality Disorder · 06. June Rain · 07. Everything Will Flow · 08. She Still Leads Me On · 09. Can't Get Enough · 10. The Wild Ones · 11. So Young · 12. Metal Mickey · 13. Beautiful Ones · — HOLLY HUMBERSTONE — · 01. To Love Somebody · 02. The Walls Are Way Too Thin · 03. Cruel World · 04. Blue Dream · 05. Die Happy · 06. Paint My Bedroom Black · 07. Down Swinging · 08. Falling Asleep at the Wheel · 09. Dive · 10. Drunk Dialling · 11. White Noise · 12. Red Chevy · 13. Scarlett · — ELENA LEONI — · 01. Vrohi · 02. Zeibekiko · 03. Pliges · 04. Ela · 05. Tsamiko · 06. De Ftano · 07. Giati · 08. Margaritarenia · 09. Variemai Poly — FLORENCE + THE MACHINE — · 01. Everybody Scream · 02. Shake It Out · 03. Which Witch · 04. Spectrum · 05. Rabbit Heart (Raise It Up) · 06. You Got the Love · 07. Hunger · 08. King · 09. Howl · 10. What Kind of Man · 11. Heaven Is Here · 12. One of the Greats · 13. Buckle · 14. Never Let Me Go · 15. Sympathy Magic · 16. Dog Days Are Over · 17. Free · — SUEDE — · 01. Disintegrate · 02. Trash · 03. Animal Nitrate · 04. Filmstar · 05. Personality Disorder · 06. June Rain · 07. Everything Will Flow · 08. She Still Leads Me On · 09. Can't Get Enough · 10. The Wild Ones · 11. So Young · 12. Metal Mickey · 13. Beautiful Ones · — HOLLY HUMBERSTONE — · 01. To Love Somebody · 02. The Walls Are Way Too Thin · 03. Cruel World · 04. Blue Dream · 05. Die Happy · 06. Paint My Bedroom Black · 07. Down Swinging · 08. Falling Asleep at the Wheel · 09. Dive · 10. Drunk Dialling · 11. White Noise · 12. Red Chevy · 13. Scarlett · — ELENA LEONI — · 01. Vrohi · 02. Zeibekiko · 03. Pliges · 04. Ela · 05. Tsamiko · 06. De Ftano · 07. Giati · 08. Margaritarenia · 09. Variemai Poly
Η Elena Leoni άνοιξε τη βραδιά στις 17:35, σε μια ώρα που δυστυχώς για πολλούς από εμάς ήταν σχεδόν απαγορευτική. Δεν καταφέραμε να τη δούμε ζωντανά, καθώς η προσέλευση εκείνη την ώρα ήταν δύσκολη, και είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που μένει μια μικρή αίσθηση ότι χάσαμε κάτι ενδιαφέρον.
Η Leoni είναι Αθηναία singer-songwriter και multi-instrumentalist με μια διαδρομή που δύσκολα χωρά σε μία μόνο μουσική κατηγορία. Σπούδασε Γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, έχει δίπλωμα Βυζαντινής μουσικής και παράλληλα ασχολείται με όργανα όπως η άρπα και το τσέλο, ενώ αντλεί στοιχεία από το ρεμπέτικο και το έντεχνο. Στο χαρτί όλα αυτά μοιάζουν σχεδόν ασύνδετα. Όταν όμως ακούσει κανείς τη μουσική της, αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για μια συλλογή επιρροών, αλλά για μια προσωπική γλώσσα που ενώνει διαφορετικούς κόσμους με φυσικότητα. Όσοι βρέθηκαν στο ΟΑΚΑ από τις πέντε και μισή το απόγευμα πιθανότατα έζησαν μια εμφάνιση που οι περισσότεροι από εμάς θα πρέπει να ανακαλύψουμε εκ των υστέρων.
Λίγο αργότερα, στις 18:25, ανέβηκε στη σκηνή η Holly Humberstone. Αυτή τη φορά προλάβαμε το set και η Βρετανίδα απέδειξε γιατί θεωρείται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες της σύγχρονης alt-pop σκηνής. Με λιτή αλλά ουσιαστική σκηνική παρουσία και μια χαρακτηριστική, εύθραυστη φωνή που γεμίζει τον χώρο χωρίς να προσπαθεί υπερβολικά, κατάφερε να δημιουργήσει την ιδανική ατμόσφαιρα για το ξεκίνημα της βραδιάς.
Τα τραγούδια της λειτούργησαν εξαιρετικά σε φεστιβαλικό περιβάλλον. Δεν βασίζονται σε υπερβολικά σκηνικά, ούτε σε εντυπωσιασμούς· βασίζονται στις μελωδίες, στην ερμηνεία και στη συναισθηματική τους αμεσότητα. Όσο περνούσε η ώρα και ο κόσμος γέμιζε το ΟΑΚΑ, η ανταπόκριση γινόταν όλο και πιο θερμή. Ήταν ένα προσεγμένο, καλοδουλεμένο set που πέτυχε ακριβώς τον σκοπό του: να προετοιμάσει ιδανικά το κοινό για τη συνέχεια, χωρίς να προσπαθήσει να επισκιάσει όσα θα ακολουθούσαν.
Ο Brett Anderson είναι από εκείνους τους frontmen που δεν χρειάζεται να κάνουν απολύτως τίποτα για να τραβήξουν τα βλέμματα. Δεν βασίζεται σε υπερβολές, ούτε σε στημένες κινήσεις. Απλώς υπάρχει πάνω στη σκηνή — με εκείνο το κινηματογραφικό, σχεδόν θεατρικό παρουσιαστικό, τη χαρακτηριστική γλώσσα του σώματος και την ένταση που μοιάζει να βγαίνει αβίαστα από μέσα του. Είναι η ίδια φιγούρα που έκανε τους Suede να ξεχωρίσουν τη δεκαετία του ’90, μόνο που σήμερα κουβαλά και το βάρος της εμπειρίας.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά στο ΟΑΚΑ έδειξε ότι δεν είχε έρθει για μια τυπική εμφάνιση σε φεστιβάλ. Παρά τον δυνατό απογευματινό ήλιο που χτυπούσε αλύπητα τη σκηνή και τη ζέστη που έκανε τον ιδρώτα να τρέχει ασταμάτητα, δεν έδειξε να επηρεάζεται ούτε στιγμή. Κινήθηκε διαρκώς από τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη, πλησίαζε το κοινό σε κάθε ευκαιρία, γονάτιζε, άπλωνε τα χέρια, τραγουδούσε κοιτώντας ευθεία τον κόσμο. Δεν υπήρχε ίχνος απόστασης ανάμεσα στον ίδιο και το κοινό· έμοιαζε να απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο αυτής της εμφάνισης.
Βρισκόμενος εκεί, η αίσθηση ήταν ότι οι Suede δεν αντιμετώπιζαν το live ως ένα ακόμη σταθμό της περιοδείας τους. Υπήρχε πραγματική ένταση, ενέργεια και διάθεση να κερδίσουν ακόμη και όσους ίσως είχαν έρθει κυρίως για τα μεγαλύτερα ονόματα της βραδιάς. Αυτό είναι άλλωστε το προνόμιο των σπουδαίων frontmen: δεν χρειάζονται πολλά λεπτά για να κάνουν ένα κοινό να τους ακολουθήσει.
Το χορταστικό τους σετ κορυφώθηκε με το “Beautiful Ones”. Από τη στιγμή που ακούστηκαν οι πρώτες νότες, η Πλατεία μετατράπηκε σε μια μεγάλη χορωδία. Δεν είναι απλώς μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Suede· είναι ένα τραγούδι που κουβαλά μέσα του μια ολόκληρη εποχή του βρετανικού rock. Ο Anderson το γνωρίζει πολύ καλά και δεν προσπάθησε να το παρουσιάσει διαφορετικά ή να το “εκσυγχρονίσει”. Το άφησε να μιλήσει μόνο του. Για τρία λεπτά, χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν κάθε στίχο μαζί του και εκείνος τους άφηνε χώρο να γίνουν μέρος της παράστασης. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που θυμίζουν γιατί κάποια τραγούδια αντέχουν δεκαετίες χωρίς να χάνουν τίποτα από τη δύναμή τους.
Αν υπάρχει μία μικρή προσωπική παρατήρηση, αφορά το “Sharpening Knives”, το εξαιρετικό νέο single που κυκλοφόρησε μόλις την προηγούμενη εβδομάδα. Θα ήθελα πραγματικά να το ακούσω ζωντανά. Ίσως ήταν πολύ πρόσφατο για να έχει ενσωματωθεί στο φεστιβαλικό setlist ή ίσως η μπάντα προτίμησε να δώσει χώρο στα κλασικά τραγούδια που περίμενε ο περισσότερος κόσμος. Δεν πειράζει. Όταν μια εμφάνιση σε αφήνει να ζητάς μόνο ένα ακόμη τραγούδι, μάλλον σημαίνει ότι έχει πετύχει ακριβώς αυτό που έπρεπε.
Η αλλαγή σκηνής έγινε εντυπωσιακά γρήγορα. Κυριολεκτικά, μέχρι να προλάβουμε να πάμε για ένα νερό και να επιστρέψουμε στη θέση μας, όλα ήταν έτοιμα για την επόμενη εμφάνιση. Όσοι έχουμε συνηθίσει τα μεγάλα διαλείμματα ανάμεσα στα set στην Πλατεία Νερού, σχεδόν ξαφνιαστήκαμε. Αυτή τη φορά το μόνο “πρόβλημα” ήταν ότι έπρεπε να βιαστούμε για να μη χάσουμε ούτε λεπτό.
Και ύστερα εμφανίστηκε η Florence Welch.
Ή, για την ακρίβεια, εξερράγη πάνω στη σκηνή. Η λέξη “ξεκίνησε” είναι πολύ μικρή για να περιγράψει αυτό που συνέβη. Από τις πρώτες νότες του “Everybody Scream” έγινε ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο για μια ακόμη σωστά εκτελεσμένη συναυλία. Η Florence δεν μοιάζει να ακολουθεί κάποια χορογραφία ούτε να σκέφτεται την επόμενη κίνησή της. Παραδίδεται ολοκληρωτικά στη μουσική. Τρέχει, χορεύει, περιστρέφεται, γονατίζει, σηκώνεται ξανά, με μια ένταση που δύσκολα πιστεύεις ότι μπορεί να διατηρηθεί για ολόκληρο το set.
Οι Florence + The Machine μπορεί να κατατάσσονται στο indie και το art rock, όμως παρακολουθώντας τη ζωντανά, αυτή η κατηγοριοποίηση σχεδόν χάνει το νόημά της. Αν έκλεινες τα μάτια και άφηνες μόνο την ενέργεια της ερμηνείας να σε παρασύρει, θα μπορούσες εύκολα να πιστέψεις ότι βλέπεις μια punk performer. Υπάρχει κάτι ακατέργαστο στον τρόπο που εκφράζεται, μια σχεδόν ανεξέλεγκτη ένταση που κάνει κάθε τραγούδι να μοιάζει σαν να γεννιέται εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Από κοντά αυτή η αίσθηση είναι ακόμη πιο έντονη. Δεν κοιτάς απλώς μια τραγουδίστρια με εξαιρετική φωνή· παρακολουθείς έναν άνθρωπο που ζει κάθε στίχο με όλο του το σώμα. Δεν υπήρχε ούτε μία στιγμή που να έδωσε την εντύπωση ότι λειτουργεί μηχανικά ή ότι εκτελεί μια παράσταση που έχει επαναλάβει δεκάδες φορές στην περιοδεία. Κάθε τραγούδι είχε τη δική του ένταση, τη δική του κορύφωση και τη δική του συναισθηματική φόρτιση.
Η Florence ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακή με το κοινό. Αναφέρθηκε αρκετές φορές στην Αθήνα και, όπως σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες που ανέβηκαν φέτος σε ελληνική σκηνή, χαρακτήρισε αυτή τη συναυλία ως «την καλύτερη βραδιά». Είναι μια ατάκα που την έχουμε ακούσει πολλές φορές. Παρ’ όλα αυτά, από εκείνη ακουγόταν απρόσμενα ειλικρινής. Ίσως επειδή συνοδευόταν από τον τρόπο που κοιτούσε τον κόσμο, ίσως επειδή έμοιαζε πραγματικά να απολαμβάνει κάθε λεπτό αυτής της επαφής.
Μία από τις πιο όμορφες στιγμές της βραδιάς ήρθε στο “Never Let Me Go”. Η Florence άφησε το outro να εξελιχθεί σε μια σχεδόν αιωρούμενη a cappella ερμηνεία, κρατώντας το κοινό απόλυτα συγκεντρωμένο. Και όταν σταμάτησε να τραγουδά, δεν χρειάστηκε να ζητήσει τίποτα. Χιλιάδες φωνές συνέχισαν τη μελωδία από μόνες τους, δημιουργώντας εκείνες τις σπάνιες συναυλιακές στιγμές όπου ο καλλιτέχνης και το κοινό μοιάζουν να λειτουργούν σαν ένα σώμα.
Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η στιγμή του “Sympathy Magic”, όταν κατέβηκε από τη σκηνή και περπάτησε ανάμεσα στον κόσμο. Δεν ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού· έμοιαζε περισσότερο με φυσική συνέχεια της σχέσης που είχε ήδη χτίσει με το κοινό σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισης. Ο κόσμος άνοιγε χώρο, την ακολουθούσε, άπλωνε τα χέρια του, και εκείνη συνέχιζε να τραγουδά σαν να μην υπήρχε κανένα όριο ανάμεσα στη σκηνή και την αρένα.
Στο φινάλε, μετά το “Free”, η Florence επέστρεψε για έναν τελευταίο χαιρετισμό από κοντά. Ευχαρίστησε το κοινό για «αυτή την πολύ όμορφη βραδιά» και έμεινε για λίγες στιγμές ακόμη να απολαμβάνει την ανταπόκριση του κόσμου. Τα βεγγαλικά φώτισαν τον ουρανό του ΟΑΚΑ και έδωσαν ένα θεαματικό τέλος σε μια εμφάνιση που στηρίχθηκε περισσότερο στο συναίσθημα παρά στο θέαμα.
Φεύγοντας από το στάδιο, υπήρχε κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα. Δεν υπήρχε η γνωστή βιασύνη ή η ένταση της εξόδου από μια μεγάλη συναυλία. Ο κόσμος περπατούσε αργά, χαμογελούσε, συζητούσε τις στιγμές που μόλις είχε ζήσει. Ήταν από εκείνες τις βραδιές που δεν τελειώνουν όταν σβήσουν τα φώτα της σκηνής· συνεχίζουν για αρκετή ώρα ακόμη, στις κουβέντες της επιστροφής προς το σπίτι.