Πριν τις 21:00 ακριβώς όπως διαφήμιζε το πρόγραμμα, χωρίς ούτε ένα λεπτό καθυστέρησης, τα φώτα έσβησαν και οι The Cure εμφανίστηκαν στη σκηνή. Οι πρώτες νότες του “Plainsong” ακούστηκαν μέσα από το χαρακτηριστικό εισαγωγικό synth του Disintegration και, σχεδόν μαγικά, τριάντα χιλιάδες άνθρωποι σταμάτησαν να μιλούν την ίδια στιγμή. Είναι από εκείνα τα μουσικά ανοίγματα που δεν λειτουργούν απλώς ως εισαγωγή ενός τραγουδιού· λειτουργούν σαν αναγγελία ότι ξεκινά μια τελετουργία. Και εκείνη τη στιγμή το ΟΑΚΑ το ένιωσε.
Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, οι Cure έπαιξαν για δύο ώρες και δέκα λεπτά χωρίς να αφήσουν ούτε στιγμή την ένταση να πέσει. Δεν υπήρχαν περιττές παύσεις, δεν υπήρχαν μεγάλοι πρόλογοι ή προσπάθειες να διατηρηθεί τεχνητά ο ενθουσιασμός. Η συναυλία κυλούσε με απόλυτη φυσικότητα, σαν ένα ενιαίο μουσικό ταξίδι όπου κάθε τραγούδι οδηγούσε οργανικά στο επόμενο.
Ο Robert Smith άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ ο frontman που θα γεμίσει τα κενά ανάμεσα στα τραγούδια με ατελείωτες ομιλίες. Η σχέση του με το κοινό είναι διαφορετική. Δεν προσπαθεί να σε κερδίσει με ατάκες· σε κερδίζει με τη μουσική. Και το βράδυ της Κυριακής δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο. Τα τραγούδια μιλούσαν από μόνα τους.
Αυτό που μου έκανε ίσως τη μεγαλύτερη εντύπωση, βρισκόμενος μέσα στο κοινό, ήταν η απόλυτη προσήλωση του κόσμου. Η σύνθεση του κοινού ήταν εντυπωσιακά νεανική για μια μπάντα με σχεδόν πέντε δεκαετίες ιστορίας. Υπήρχαν φυσικά άνθρωποι που μεγάλωσαν με τους Cure, αλλά υπήρχαν εξίσου πολλοί εικοσάρηδες και τριαντάρηδες που γνώριζαν κάθε λέξη. Και το πιο χαρακτηριστικό; Δεν έβλεπες τον κόσμο να γυρίζει για κουβέντα με τον διπλανό του, ούτε να περιφέρεται αδιάφορα όσο έπαιζαν τα λιγότερο γνωστά τραγούδια. Όλοι κοιτούσαν τη σκηνή. Όλοι άκουγαν. Σε μια εποχή που τα κινητά συχνά πρωταγωνιστούν περισσότερο από τις ίδιες τις συναυλίες, αυτή ήταν μια εικόνα που δύσκολα ξεχνάς.
Η φωνή του Robert Smith ήταν πραγματική αποκάλυψη. Αν κάποιος δεν ήξερε ότι παρακολουθεί έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται στη σκηνή εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια, δύσκολα θα το μάντευε μόνο από την ερμηνεία. Η χαρακτηριστική χροιά του παρέμεινε αναλλοίωτη, οι ψηλές φράσεις ακούγονταν καθαρές και σταθερές και σε κανένα σημείο δεν έδωσε την αίσθηση ότι παλεύει με τη φωνή του, παρά τη ζέστη και τη διάρκεια της εμφάνισης. Ήταν μία από εκείνες τις βραδιές που σου υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν τραγουδιστές οι οποίοι δεν βασίζονται μόνο στη νεότητα, αλλά κυρίως στην τεχνική και στη βαθιά γνώση του ίδιου τους του οργάνου.
Το setlist ταξίδεψε σχεδόν σε ολόκληρη τη διαδρομή των Cure, ισορροπώντας ανάμεσα στα αναμενόμενα και στις ευχάριστες εκπλήξεις. Το “Burn”, από το εμβληματικό soundtrack του The Crow (1994), ήταν μία από τις πιο δυνατές στιγμές της βραδιάς. Ακολούθησε η σπάνια πλέον “Charlotte Sometimes”, ένα τραγούδι που δεν εμφανίζεται συχνά στις σύγχρονες setlists της μπάντας και έγινε δεκτό σαν πραγματικό δώρο από όσους γνωρίζουν σε βάθος τη δισκογραφία τους. Και όταν ακούστηκε το “Shake Dog Shake” από το The Top του 1984, υπήρχε εκείνη η χαρακτηριστική αίσθηση ότι ανακαλύπτεις ξανά ένα τραγούδι που ήταν πάντα εκεί, αλλά χρειάζεται να το ακούσεις ζωντανά για να συνειδητοποιήσεις τη δύναμή του.
Το encore απέδειξε ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το εύρος αυτής της μπάντας. Μέχρι εκείνο το σημείο η συναυλία είχε κινηθεί κυρίως μέσα στη χαρακτηριστική σκοτεινή ατμόσφαιρα των Cure. Ξαφνικά όμως όλα φωτίστηκαν. “Lullaby”, “Hot Hot Hot!!!”, “The Walk”, “The Lovecats”, “Friday I’m in Love”, “Close to Me”, “Why Can’t I Be You?” και φυσικά το “Boys Don’t Cry” έδειξαν πώς η ίδια μπάντα μπορεί να περάσει από τον υπνωτιστικό post-punk λυρισμό στην πιο ανάλαφρη, σχεδόν παιχνιδιάρικη pop, χωρίς ποτέ να χάνει την ταυτότητά της. Ελάχιστοι καλλιτέχνες μπορούν να αλλάζουν τόσο δραστικά διάθεση μέσα σε λίγα λεπτά και όλα να μοιάζουν απολύτως φυσικά.