Τα 2000s δεν ήταν η εποχή που η rock πέθανε αλλά γεγονός είναι οτι έπαψε να μιλά με μία φωνή. Αν τα '90s ήταν η τελευταία δεκαετία όπου η rock ένιωθε ότι είναι το κέντρο του κόσμου, τα 2000s είναι η δεκαετία που ο κόσμος αλλάζει και η rock αναγκάζεται να αλλάξει μαζί του. Για πρώτη φορά στην ιστορία με την εμφάνιση των Napster, iTunes, MySpace, ένα underground συγκρότημα από οποιαδήποτε πόλη μπορεί να φτάσει σε ακροατές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά χωρίς label, χωρίς τηλεόραση, χωρίς ραδιόφωνο. Αυτή η δυνατότητα αλλάζει τα πάντα. Γεννά δεκάδες παράλληλες σκηνές που αναπτύσσονται ταυτόχρονα, χωρίς να γνωρίζουν η μία την άλλη — και αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της δεκαετίας.
Αν η προηγούμενη δεκαετία ήταν η στιγμή που η rock αφήνει πίσω της τη λάμψη και ψάχνει ξανά την αλήθεια, τα 2000s είναι η στιγμή που αυτή η αναζήτηση γίνεται ολοένα και πιο πολύπλευρη. Δεν υπάρχει ένα Woodstock, δεν υπάρχει ένα Nevermind, δεν υπάρχει ένα τραγούδι που να εκπροσωπεί μια γενιά. Υπάρχουν πολλές γενιές, πολλές σκηνές, πολλές αλήθειες και διαφορετικοί ήχοι.
Η ψηφιακή επανάσταση έχει διπλό αντίκτυπο. Αφενός, ανοίγει την πόρτα για την ανεξάρτητη έκφραση με τρόπο αδύνατο στο παρελθόν. Αφετέρου, κάνει το κοινό να κατακερματίζεται σε υποσύνολα — ο κάθε ακροατής βρίσκει ακριβώς αυτό που θέλει, χωρίς να χρειαστεί να ανεχτεί τίποτα άλλο. Και αυτός ο κατακερματισμός αντικατοπτρίζεται πλήρως στη μουσική.
Καθώς η τεχνολογία εξελίσσετε σε γρήγορους ρυθμούς, τα subgenres πολλαπλασιάζονται με τα είδη να περνάνε τις διαχωριστικές τους γραμμές και να εμφανίζονται καινούριοι όροι όπως "contemporary", "nu", "revival", "post" . Μερικά από αυτά τα subgenres είναι προέκταση αυτών που γεννήθηκαν στα '90s. Άλλα είναι νέα, γεννημένα από την ανάγκη να απαντηθεί ένα ερώτημα που η προηγούμενη εποχή άφησε ανοιχτό. Και κάποια είναι ουσιαστικά αντιδράσεις — στο mainstream, στο internet, στον ίδιο τον ήχο που είχε κυριαρχήσει στα '90s.
Υπάρχει μια παρεξήγηση γύρω από τον όρο «indie» στα 2000s. Αναφέρεται ταυτόχρονα και σε μια ανεξαρτησία από τα major labels — πραγματική οικονομική αυτονομία — αλλά και σε έναν συγκεκριμένο ήχο. Αυτός ο ήχος είναι ο απόλυτος αντίποδας του nu metal: εσωστρεφής, ατμοσφαιρικός, επηρεασμένος από folk, country και classic rock, αλλά ντυμένος με σύγχρονη ανησυχία.
Τα indie rock της δεκαετίας δεν ψάχνουν στάδια αλλά αναζητούν ανοιχτά ειλικρίνεια. Οι κιθάρες είναι acoustic-electric ή clean electric με light overdrive — fingerpicking, open tunings, capo. Δεν υπάρχει το αίσθημα του «θέλω να σε κατακτήσω» που χαρακτηρίζει άλλα genres. Υπάρχει το αίσθημα του «θέλω να σου πω κάτι».
Ίσως καμία μπάντα δεν εκπροσωπεί αυτή τη δεκαετία καλύτερα από τους Arcade Fire από το Μόντρεαλ. Το Funeral (2004) γράφτηκε ενώ διάφορα μέλη της μπάντας είχαν χάσει αγαπημένα τους πρόσωπα. Δεν είναι μια μητροπολιτική cool απόσταση, είναι κυριολεκτικός θρήνος, ντυμένος με βιολιά, κόρνα, πιάνο, ακουστικές κιθάρες. Η μπάντα αριθμεί συχνά έξι έως εννέα μέλη. Ο Win Butler και η Régine Chassagne τραγουδούν σε αντίστιξη. Κερδίζουν το Grammy Album of the Year για το The Suburbs (2010), αλλά η κληρονομιά τους χτίζεται εδώ, σε αυτό το ντεμπούτο που ακούγεται σαν να κρύβει ένα ολόκληρο σύμπαν.
Από το Cincinnati, οι The National χτίζουν μια μουσική που δεν βιάζεται ποτέ. Ο Matt Berninger τραγουδά με βαριά, βαθύφωνη φωνή για μεσήλικη αγωνία, ποτό, σχέσεις που φθείρονται και ημέρες που περνούν χωρίς νόημα — με τρόπο που γίνεται κατά κάποιο τρόπο ανεκτίμητα ωραίος. Το Alligator (2005) και το Boxer (2007) είναι δύο από τα πιο ώριμα άλμπουμ που γράφτηκαν σε αυτή τη δεκαετία — cinematic, αργόσυρτα, αξέχαστα.
Ο Sufjan Stevens από το Michigan κινείται σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Το Illinois (2005) — ένα concept album για την πολιτεία — είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα folk/chamber pop άλμπουμ που γράφτηκαν ποτέ: πιάνο, κόρνα, strings, μπαντζό, ακουστικές κιθάρες, με στίχους που συνδυάζουν ιστορικά πρόσωπα και βαθύτατα προσωπικές αναμνήσεις. Είναι μουσική που σε κάνει να νιώθεις ότι ακούς κάτι που δεν έπρεπε να ακούσεις.
Οι Death Cab for Cutie από το Bellingham της Washington γεφυρώνουν την indie αισθητική με ένα κοινό που ποτέ δεν θα είχε ψάξει ανεξάρτητη μουσική μόνο του. Γίνονται γνωστοί σε ένα νέο κοινό μέσα από την τηλεοπτική σειρά The O.C. — ένα παράδοξο που αντιπροσωπεύει απόλυτα τη δεκαετία. Ο Ben Gibbard γράφει tender, λογοτεχνικούς στίχους για αγάπη, απώλεια και νεανική αδυναμία. Το Transatlanticism (2003) παραμένει ένα από τα καλύτερα indie άλμπουμ της εποχής.
Αυτό που κάνει το indie rock των 2000s ξεχωριστό από αυτό των 90s είναι η κλίμακα. Χάρη στο internet, αυτές οι μπάντες δεν παραμένουν στο underground — βρίσκουν κοινό παγκοσμίως. Αλλά παρά την αναγνώριση, κρατούν κάτι ουσιαστικό: την άρνηση να γίνουν αυτό που δεν είναι.
Στο Part IV είδαμε πώς το pop-punk των 90s — Green Day, The Offspring, Blink-182 — βρίσκει τον τρόπο να φέρει την ενέργεια του punk σε mainstream κοινό. Στα 2000s αυτός ο ήχος δεν εξαφανίζεται — εκρήγνυται. Μια ολόκληρη γενιά νέων που μεγάλωσε με Blink-182 αποφασίζει να φτιάξει τη δική της μουσική, και αυτό που βγαίνει είναι γρήγορο, δυνατό, γεμάτο chorus που μένουν στο μυαλό για μέρες.
Ο ήχος είναι αναγνωρίσιμος: κιθάρες σε power chords, τύμπανα σε υψηλό tempo, μελωδικά ρεφρέν που φωνάζουν ομαδικά. Η παραγωγή είναι polished — πιο καθαρή από τα 90s, πιο compressed, σχεδιασμένη για MTV και ραδιόφωνο. Οι στίχοι κινούνται σε γνωστό έδαφος: εφηβεία, σχέσεις, αίσθηση ότι κανείς δεν σε καταλαβαίνει, η πόλη που θέλεις να φύγεις. Αλλά αυτό το έδαφος είναι γνωστό για λόγο — γιατί είναι αληθινό για εκατομμύρια ανθρώπους.
Οι Good Charlotte από τη Maryland φέρνουν το pop punk σε νέο επίπεδο εμπορικής επιτυχίας. Το The Young & the Hopeless (2002) είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά άλμπουμ της εποχής — τραγούδια για outsiders που ακούνε ήδη δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, πράγμα που δημιουργεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Οι Madden brothers έχτισαν μια αισθητική που συνδύαζε punk attitude με pop production με τρόπο που ήταν αδύνατο να αντισταθείς — ακόμα κι αν ήθελες.
Οι Sum 41 από τον Καναδά ήταν από τους πιο τεχνικά ικανούς του είδους. Ο Deryck Whibley έγραφε τραγούδια με genuine metal επιρροές — το Does This Look Infected? (2002) έχει riffs που ακούγονται σαν Metallica ντυμένα με pop punk φόρεμα. Το Chuck (2004) πήγε ακόμα πιο μακριά, αφιερωμένο στους Καναδούς ειρηνευτές που είχαν σκοτωθεί στο Κονγκό — σπάνια για ένα pop punk άλμπουμ να έχει τέτοιο πλαίσιο.
Η Avril Lavigne αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία: pop punk με female perspective που έφτασε σε κοινό πέρα από κάθε υπολογισμό. Το Let Go (2002) και το Under My Skin (2004) δείχνουν μια καλλιτέχνη που αρνείται να είναι το τυπικό pop product — επιλέγει κιθάρες, skate αισθητική, και στάση που ήταν genuinely αντισυμβατική για το mainstream ποπ της εποχής. Το Complicated έγινε ύμνος γενιάς. Ανεξάρτητα από το τι είπαν οι κριτικοί.
Οι Simple Plan από το Μόντρεαλ και οι New Found Glory από τη Florida εκπροσωπούν την πιο «καθαρή» εκδοχή του είδους — melodic, direct, χωρίς περιττά στολίδια. Μπάντες που ήξεραν ακριβώς τι ήταν και δεν προσποιούνταν ότι ήταν κάτι άλλο. Αυτή η ειλικρίνεια έχει τη δική της αξιοπρέπεια.
Πίσω από όλα αυτά, οι Blink-182 συνεχίζουν να εξελίσσονται. Το self-titled άλμπουμ (2003) — παραγωγή από τον Mark Hoppus και τον Tom DeLonge μαζί με τον Travis Barker — είναι πολύ πιο σκοτεινό και experimental από ό,τι περίμενε κανείς: post-punk επιρροές, ατμοσφαιρικές κιθάρες, στίχοι που δεν είναι πια αστείοι. Πολλοί fans απογοητεύτηκαν αλλά αυτό το άλμπουμ είναι η απόδειξη ότι ακόμα και οι πιο «εμπορικές» pop punk μπάντες μπορούν να έχουν καλλιτεχνική φιλοδοξία.
Στον κόσμο του pop rock — λίγο πιο ήπιο από το pop punk αλλά στο ίδιο οικοσύστημα — κυκλοφορεί μουσική που κυριαρχεί στα charts χωρίς να ανήκει σε κανένα specific underground. Οι Maroon 5 στις αρχές της καριέρας τους, ο Jack Johnson, ο Jason Mraz — αυτοί εκπροσωπούν ένα πιο ζεστό, acoustic pop rock ήχο που ήταν παντού στα 2000s. Δεν είναι punk, δεν είναι alternative — αλλά είναι αναμφισβήτητα μέρος της εικόνας.
Κάπου στις αρχές της δεκαετίας, ένα μέρος από το νεανικό κουράστηκε από τα down-tuned κιθαρίσματα του nu metal, από τις polished παραγωγές του pop-punk, από τα samplers και τα loops. Ήθελε κάτι πιο γυμνό, πιο ζωντανό, πιο άμεσο και αυτό ακριβώς το βρήκε — όχι στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν.
Το post-punk revival της δεκαετίας του 2000 δεν είναι απλή νοσταλγία. Είναι μια συνειδητή επιστροφή στον ήχο του 1977-1982 — Television, Wire, Gang of Four, The Clash — αλλά με contemporary ενέργεια. Το garage rock revival είναι η αντίστοιχη κίνηση προς το garage sound των 60s: ωμό, ελαφρώς μη πειθαρχημένο, σχεδόν αφελές στην καλύτερη έννοια της λέξης. Και τα δύο συναντιούνται σε ένα κοινό σημείο: την άρνηση στην υπερπαραγωγή.
Οι κιθάρες εδώ δεν «τρέχουν» μέσα από racks εφφέ, αλλά παίζουν με natural overdrive, με dry sound, με ελάχιστο reverb. Τα riffs είναι angular, κοφτά, συχνά επαναλαμβανόμενα και δεν υπάρχει τεχνική επίδειξη στι παίξιμο.
Οι The Strokes από τη Νέα Υόρκη είναι το σύμβολο αυτού του κινήματος — ίσως το πιο σημαντικό ροκ ντεμπούτο της δεκαετίας. Το Is This It (2001) κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα ως EP και έγινε το πιο περιζήτητο αντικείμενο στη Νέα Υόρκη πριν ακόμα κυκλοφορήσει σαν άλμπουμ. Σχεδιάστηκε να ακούγεται σαν να ηχογραφήθηκε σε αναλογική κονσόλα του 1977 — παρόλο που χρησιμοποιήθηκε Pro Tools. Αυτή η αντίφαση είναι η ουσία του κινήματος: vintage αισθητική, σύγχρονη συνείδηση. Ο Julian Casablancas τραγουδά με μια cool, αδιάφορη απόσταση που κρύβει συναίσθημα. Ο Nick Valensi και ο Albert Hammond Jr. πλέκουν δύο κιθάρες σε αντίστιξη που φαίνεται τόσο απλή και είναι τόσο δύσκολη.
Οι White Stripes από το Detroit προσεγγίζουν την ίδια ιδέα από εντελώς διαφορετική γωνία. Jack και Meg White — κιθάρα και τύμπανα, χωρίς bass guitar. Αυτή η απόφαση δεν είναι αδυναμία: είναι φιλοσοφία. Ο Jack ήθελε έναν ήχο που θύμιζε blues στα αναγκαία — τίποτα περιττό. Το White Blood Cells (2001) και το Elephant (2003) — με το Seven Nation Army που έχει γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riffs στη ροκ ιστορία — τους έκαναν παγκόσμιο φαινόμενο. Το guitar playing του Jack White είναι raw, bluesy, με slide και open tunings που παραπέμπουν σε Son House και Robert Johnson, αλλά ντυμένα με σύγχρονη ένταση.
Από τη Νέα Υόρκη αλλά με ξεκάθαρη βρετανική αισθητική, οι Interpol φέρνουν Joy Division και The Cure στο 2002. Το Turn on the Bright Lights είναι σκοτεινό, cinematic, atmospheric post-punk που ακούγεται σαν να ηχογραφήθηκε σε κάποιο warehouse του Manhattan στα χρόνια που δεν ξέρει κανείς. Ο Paul Banks τραγουδά με μια κατεβατή, μεθοδική φωνή. Ο Daniel Kessler παίζει angular guitar melodies που δημιουργούν τάση χωρίς να την εκτονώνουν ποτέ πλήρως.
Από τη Γλασκώβη έρχονται οι Franz Ferdinand ανακατεύουν post-punk με dance floor energy — Gang of Four συναντά τους ABBA κατά κάποιο τρόπο. Το self–titled ντεμπούτο (2004) και το Take Me Out δείχνουν ότι το revival δεν είναι μόνο νοσταλγία — μπορεί να είναι και χορός.
Οι The Killers από το Las Vegas πήραν το post-punk revival και το ανακάτεψαν με 80s new wave — Depeche Mode, New Order, The Cure — φτιάχνοντας έναν ήχο που ήταν ταυτόχρονα nostalgic και φρέσκος. Το Hot Fuss (2004) είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα ντεμπούτα της δεκαετίας. Ο Brandon Flowers τραγουδούσε με theatrical flamboyance που θύμιζε Morrissey — αλλά με αμερικάνικη directness. Η σύνδεση ανάμεσα σε Somebody Told Me και τον ήχο του 1983 είναι αδύνατο να αγνοηθεί.
Στη Βρετανία, οι Arctic Monkeys έκαναν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει: διένειμαν demos δωρεάν σε live συναυλίες και μέσω internet πριν καν κυκλοφορήσουν επίσημα — και το κοινό τα αντέγραφε και τα μοιραζόταν. Όταν κυκλοφόρησε το Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not (2006), είχε ήδη γίνει φαινόμενο. Έγινε το ταχύτερα πωλούμενο ντεμπούτο στην ιστορία της βρετανικής μουσικής. Η ιστορία του είναι η ιστορία του internet ως εργαλείο μουσικής διανομής — σε πολύ πρώιμο στάδιο.
Οι The Libertines από το Λονδίνο έφεραν μια διαφορετική ενέργεια: Clash-influenced punk rock με britpop melodicism και μια self-destructive ποιότητα που ήταν αδύνατο να αγνοηθεί. Ο Pete Doherty και ο Carl Barât ήταν μια από τις πιο χαρισματικές — και καταστροφικές — δυάδες της δεκαετίας. Τα Up the Bracket (2002) και The Libertines (2004) ακούγονται σαν να ηχογραφήθηκαν με τον χρόνο να τελειώνει — γιατί για αυτούς τελείωνε.
Αυτό το κίνημα δεν περιορίζεται γεωγραφικά. Από τη Νέα Υόρκη, από το Detroit, από τη Σκωτία, το Λονδίνο, από τη Σουηδία — οι The Hives φέρνουν ασπρόμαυρα κοστούμια και ανεκτίμητο χιούμορ. Όλοι τους, με διαφορετικό τρόπο, ψάχνουν την ίδια αλήθεια: ότι η rock μουσική δεν χρειάζεται να είναι πολύπλοκη για να είναι ισχυρή.
Υπάρχει ένα ειρωνικό παράδοξο στην ιστορία του grunge: το κίνημα που ξεκίνησε ως αντίδραση στην υπερπαραγωγή και την εμπορευματοποίηση, γέννησε — στα χέρια άλλων — ακριβώς αυτό που πολεμούσε. Το post-grunge είναι η κληρονομιά του grunge αφού αφαιρέσεις την αγωνία, την ακατέργαστη ειλικρίνεια και τον Kurt Cobain. Αυτό που μένει είναι ένας ήχος: βαρύς αλλά radio-friendly, συναισθηματικός αλλά ποτέ απελπισμένος, αναγνωρίσιμος αλλά ποτέ πραγματικά επικίνδυνος.
Δεν είναι δίκαιο να πούμε ότι το post-grunge είναι κακό — απλώς είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που δήλωνε ότι ήταν. Οι κιθάρες είναι παραμορφωμένες αλλά καθαρές στη μίξη, τα τύμπανα δυνατά αλλά σφιχτά, τα φωνητικά έχουν τη χαρακτηριστική «βραχνή» grunge ποιότητα αλλά με ελεγχόμενο τρόπο. Οι παραγωγές είναι ακριβές και τα ρεφρέν είναι σχεδιασμένα για το ραδιόφωνο. Και εκεί ακριβώς είναι που βρίσκεται και η αντίφαση.
Οι Nickelback από τον Καναδά είναι το πιο αμφιλεγόμενο συγκρότημα της δεκαετίας — και ταυτόχρονα ένα από τα πιο εμπορικά επιτυχημένα. Το Silver Side Up (2001) και το The Long Road (2003) πούλησαν δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Η κριτική τους υποδοχή ήταν καταστροφική αφού κατηγορήθηκαν για φόρμουλα, επαναληψιμότητα και ρηχούς στίχους. Αλλά αυτή η κριτική αγνοεί κάτι σημαντικό: κατάφεραν να φτάσουν σε κοινό που ποτέ δεν θα άγγιζε grunge ή alternative rock. Αυτό έχει τη δική του αξία ακόμα κι αν δεν είναι η αξία που οι ίδιοι θα ήθελαν.
Οι Creed ήταν ένα παρόμοιο φαινόμενο λίγο νωρίτερα, τεράστιες πωλήσεις αλλά σφοδρή κριτική. Ο Scott Stapp τραγουδούσε με έντονη παρουσία που πολλοί βρίσκαν υπερβολική. Αλλά το Human Clay (1999) και το Weathered (2001) — με το My Sacrifice να παίζει σε κάθε ραδιόφωνο — ήταν αδύνατο να αγνοηθούν. Η περίπτωση Creed είναι ενδιαφέρουσα γιατί είναι και χριστιανικά εμπνευσμένη μουσική που έπαιξε σε mainstream ραδιόφωνο χωρίς να το δηλώνει ανοιχτά — ένα crossover φαινόμενο που θα δούμε και αλλού.
Πιο ενδιαφέρουσα μουσικά είναι η περίπτωση των Foo Fighters. Ο Dave Grohl ξεκίνησε τους Foo Fighters ως αντίδραση στον θάνατο των Nirvana — κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το πρώτο άλμπουμ το ηχογράφησε μόνος του σε λίγες μέρες. Αλλά στα 2000s οι Foo Fighters εξελίσσονται σε κάτι που ξεφεύγει από την post-grunge ταμπέλα: arena rock με πραγματικό craft, με τραγούδια που έχουν δομή και διάρκεια. Το There Is Nothing Left to Lose (1999), το One by One (2002) και κυρίως το In Your Honor (2005) — διπλό άλμπουμ, ένας δίσκος electric, ένας acoustic — δείχνουν μια μπάντα που έχει φιλοδοξία πέρα από τη ρουτίνα του genre. Ο Grohl παραμένει ίσως ο πιο αγαπητός άνθρωπος στη rock μουσική — και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Στην πιο ακατέργαστη εκδοχή του είδους, οι Puddle of Mudd και οι Default εκπροσωπούν αυτό που πολλοί ονομάζουν «Nickelback clones» — αν και αυτός ο χαρακτηρισμός είναι άδικος. Πιο ενδιαφέρουσα είναι η εξέλιξη μπαντών όπως οι Shinedown και οι Breaking Benjamin, που πήραν τον post-grunge ήχο και τον έσπρωξαν προς πιο heavy, alternative metal κατευθύνσεις — χωρίς να αφήσουν ποτέ το ραδιόφωνο.
Το post-grunge είναι το genre που οι κριτικοί μισούν και το κοινό αγαπά. Και αυτή η αντίφαση λέει κάτι σημαντικό για τη δεκαετία: ότι το mainstream και το critical acclaim είχαν χωρίσει οριστικά. Ποτέ ξανά δεν θα μπορούσε ένα Nevermind να κυκλοφορήσει και να είναι ταυτόχρονα underground αριστούργημα και best-seller. Αυτή η εποχή είχε τελειώσει.
Υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση για το emo της δεκαετίας του 2000. Πολλοί το απορρίπτουν ως μόδα — μαύρα μαλλιά, skinny jeans, τραγούδια για ερωτικές απογοητεύσεις αλλά αυτή είναι μόνο η επιφάνεια. Το emo που γεννιέται στα 2000s είναι η φυσική κληρονομιά ενός ρεύματος που ξεκίνησε από τη hardcore σκηνή της Ουάσιγκτον στα ’80s — όπως είδαμε στο Part IV — και τώρα βρίσκει επιτέλους το mainstream κοινό που ποτέ δεν το αναζητούσε.
Ο ήχος είναι μια σύνθεση: melodic punk, post-hardcore και pop sensibilities. Οι κιθάρες εναλλάσσουν clean arpeggios με distorted power chords. Δεν υπάρχει η αδρεναλίνη του hardcore — υπάρχει κάτι πιο λυρικό, πιο ευάλωτο. Τα φωνητικά είναι confessional, first-person, σχεδόν άβολα ειλικρινή για σχέσεις, αδυναμία, αίσθηση ότι δεν ανήκεις. Ακριβώς αυτή η ειλικρίνεια — που πολλοί έβρισκαν παρωδήσιμη — ήταν αυτό που έκανε εκατομμύρια εφήβους να νιώθουν για πρώτη φορά ότι κάποιος μιλούσε για αυτούς.
Οι My Chemical Romance από το New Jersey δεν είναι απλώς μπάντα emo — είναι theatrical experience. Το Three Cheers for Sweet Revenge (2004) και κυρίως το concept album The Black Parade (2006) έχτισαν μια ολόκληρη αισθητική: goth, cinematic, επικό. Ο Gerard Way έγραφε για θάνατο, απώλεια και αντίσταση με τρόπο που έμοιαζε τόσο μεγάλος που ίσως δεν είχε δικαίωμα να τον διεκδικεί — αλλά τον διεκδίκησε, και λειτούργησε. Ο Frank Iero και ο Ray Toro έπαιζαν κιθάρες που αγκάλιαζαν metal, punk και operatic rock σε έναν ήχο χωρίς σαφές παράλληλο.
Οι Fall Out Boy από το Illinois ήταν το αντίθετο: ο Pete Wentz έγραφε στίχους με wordplay και κρυμμένες αναφορές που φαίνονταν απλοί από μακριά και αποκαλύπτονταν πολύπλοκοι από κοντά. Ο Patrick Stump ήταν — και παραμένει — ένας από τους πιο ταλαντούχους pop craftsmen που βγήκαν από αυτή την εποχή. Το From Under the Cork Tree (2005) δείχνει πώς μπορείς να φτιάξεις μουσική που είναι ταυτόχρονα commercial και ειλικρινής.
O Chris Carrabba — μόνος του ως Dashboard Confessional — μετέτρεψε μια ακουστική κιθάρα σε όπλο ωμής έκφρασης. Τα κοινά τραγουδούσαν τους στίχους του σαν να ήταν ύμνοι — γιατί για πολλούς ήταν. Το The Places You Have Come to Fear the Most (2001) είναι ένα από τα πιο προσωπικά ντοκουμέντα που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ. Στο επίκεντρό του δεν υπάρχει παραγωγή — υπάρχει μια φωνή.
Κατά μια έννοια, το emo των 2000s κάνει αυτό που το grunge έκανε δέκα χρόνια νωρίτερα: φέρνει κάτι ωμό και ανθρώπινο σε mainstream κοινό που δεν το ψάχνει, αλλά όταν το βρίσκει καταλαβαίνει ότι αυτό ακριβώς χρειαζόταν. Η κριτική που δέχτηκε — «μουσική για ευαίσθητους εφήβους» — ήταν ακριβώς το νόημά του.
Ενώ το emo βρίσκει mainstream αποδοχή, το post-hardcore κινείται στο αντίθετο μονοπάτι: πιο πολύπλοκο, πιο ακραίο, λιγότερο ενδιαφερόμενο για τη διεύρυνση του κοινού του. Κληρονομεί από τους Fugazi, τους At the Drive-In και τους Refused — που είδαμε στο Part IV — αλλά στα 2000s πηγαίνει το είδος ένα βήμα παραπέρα.
Οι κιθάρες εδώ είναι πιο πολύπλοκες: απότομες εναλλαγές μεταξύ ατμοσφαιρικών clean τόνων και βαρύ, dissonant riffing. Δεν υπάρχουν παραδοσιακές δομές verse/chorus — αντίθετα, τα κομμάτια χτίζουν τάση μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα που ξεσπούν σε απρόβλεπτα σημεία. Τα φωνητικά εναλλάσσουν screaming και melodic singing μέσα στο ίδιο κομμάτι — μερικές φορές μέσα στον ίδιο στίχο.
Οι Thursday από το New Jersey γεφύρωσαν post-hardcore και emo με τρόπο που έκανε το genre προσβάσιμο, χωρίς να χάσουν την αίσθηση επείγοντος. Το Full Collapse (2001) και το War All the Time (2003) παραμένουν από τα σημαντικότερα post-hardcore άλμπουμ. Ο Geoff Rickly τραγουδά με μια ένταση που φαίνεται να προέρχεται από κάποιο σημείο πιο βαθύ από τους στίχους.
Οι Thrice από την California ξεκινούν ως post-hardcore αλλά εξελίσσονται συνεχώς — κάθε άλμπουμ τους είναι διαφορετικό από το προηγούμενο. Το The Artist in the Ambulance (2003) τους έκανε γνωστούς, αλλά το φιλόδοξο The Alchemy Index (2007-2008) — τέσσερις EPs που αντιστοιχούν στα τέσσερα στοιχεία — τους ανέδειξε σε μια από τις πιο progressive rock μπάντες της εποχής. Είναι σπάνιο να βλέπεις post-hardcore μπάντα να κερδίζει κριτική αξιοπρέπεια ενώ παράλληλα διατηρεί underground credibility.
Στο πιο ακραίο άκρο του είδους, οι Converge από τη Massachusetts συνεχίζουν να ορίζουν αυτό που είναι δυνατό ανθρωπίνως — ηχητικά και συναισθηματικά. Το Jane Doe (2001) παραμένει ένα από τα πιο καταστροφικά και συγχρόνως συναισθηματικά απαιτητικά άλμπουμ που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ. Αλλά αυτή η ιστορία ανήκει στο underground — μακριά από εμπορική αναγνώριση, και ευτυχώς γι’ αυτό.
Στο Part IV είδαμε πώς το Britpop κορυφώνεται στα μέσα των 90s και αρχίζει να φθίνει. Οι Oasis επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους. Οι Blur αλλάζουν κατεύθυνση και γενικότερα η σκηνή χάνει την ενέργειά της. Αλλά κάτι απομένει: μια γενιά βρετανών μουσικών που μεγάλωσε με Britpop και τώρα ψάχνει να κάνει κάτι πιο μεγάλο, πιο ατμοσφαιρικό, πιο διαρκές.
Αυτό που προκύπτει δεν έχει ένα επίσημο όνομα — μερικοί το λένε post-Britpop, άλλοι soft rock, άλλοι simply «adult alternative». Αλλά έχει ένα χαρακτηριστικό ήχο: piano-led ή acoustic guitar-led arrangements, φωνητικά που βάζουν μπροστά τη μελωδία πάνω από οτιδήποτε άλλο, παραγωγές που αναπνέουν, και στίχοι που μιλούν για αγάπη, απώλεια και αβεβαιότητα με τρόπο που ακούγεται ειλικρινής χωρίς να είναι ποτέ σκοτεινός.
Οι Coldplay είναι το κεντρικό σχήμα αυτής της κατεύθυνσης — και ίσως η πιο πολυσυζητημένη μπάντα της δεκαετίας όσον αφορά το αν αξίζουν την επιτυχία τους. Το Parachutes (2000) είναι ένα άλμπουμ εκπληκτικά απλό: ακουστικές κιθάρες, piano, η φωνή του Chris Martin που βρίσκει συναίσθημα σε μελωδίες που φαίνονται αθώες. Το A Rush of Blood to the Head (2002) είναι πιο φιλόδοξο — το The Scientist, το Clocks, το In My Place. Και το X&Y (2005) τους μετατρέπει σε παγκόσμιο φαινόμενο. Η κριτική που δέχονται — «bland», «inoffensive», «background music» — είναι συχνά άδικη. Ο ήχος τους είναι σκόπιμα ανοιχτός, σχεδιασμένος να χωρέσει πολλούς ακροατές και αυτό δεν είναι μειονέκτημα, είναι επιλογή.
Οι Travis από τη Σκωτία ήρθαν λίγο νωρίτερα αλλά ορίζουν τον ήχο εξίσου καθαρά. Το The Man Who (1999) και το The Invisible Band (2001) έχουν μια ζεστή, βροχερή αισθητική που ακούγεται σαν να ηχογραφήθηκε σε κάποιο σπίτι τον Νοέμβριο. Ο Fran Healy γράφει τραγούδια με απλότητα που κρύβει τεχνική — και αυτό είναι δύσκολο να το κάνεις χωρίς να χάσεις ειλικρίνεια.
Οι Keane πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα: κανονική κιθάρα δεν υπάρχει στον αρχικό ήχο τους — μόνο piano, bass και φωνητικά. Το Hopes and Fears (2004) πούλησε πέντε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Το Somewhere Only We Know έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια της δεκαετίας — απλό, νοσταλγικό, αξέχαστο.
Λίγο πιο περίπλοκοι είναι οι Muse από το Devon της Αγγλίας. Ξεκινούν από post-Britpop αλλά εξελίσσονται γρήγορα σε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο: progressive rock επιρροές, operatic φωνητικά από τον Matt Bellamy, κιθάρες που κινούνται από ψιθυριστές μελωδίες σε εκρηκτικά riffs. Το Origin of Symmetry (2001) και το Absolution (2003) τους ανεβάζουν σε arena level με ένα ύφος που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στη δεκαετία. Είναι η μοναδική μπάντα αυτής της κατηγορίας που αρνείται να μείνει ήσυχη.
Αυτό το ρεύμα εκπροσωπεί ίσως την πιο «ευγενή» πλευρά της δεκαετίας — μουσική που δεν προκαλεί, δεν σκανδαλίζει, δεν κινείτε στα άκρα. Απλώς προσπαθεί να γράψει καλά τραγούδια και σε αυτό, αρκετές φορές, τα καταφέρνει.
Υπάρχουν μπάντες που δεν χωράνε σε καμία ενότητα — και αυτό δεν είναι αδυναμία του γραπτού λόγου αλλά αδυναμία των ίδιων των κατηγοριών και εξηγούμαι… Στα 2000s, μερικά από τα πιο σημαντικά ονόματα της rock μουσικής δεν ανήκουν σε κανένα subgenre: είναι απλώς rock, αλλά με τέτοιο εύρος, τέτοια φιλοδοξία και τέτοια παρουσία που η κατηγοριοποίηση θα ήταν υποτιμητική.
Οι Red Hot Chili Peppers είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ξεκίνησαν στα 80s ως funk punk, εξελίχθηκαν στα 90s σε alternative rock φαινόμενο, και στα 2000s βρίσκονται σε ένα από τα πιο παραγωγικά κεφάλαια της καριέρας τους. Το Californication (1999) σηματοδοτεί την επιστροφή του John Frusciante στη μπάντα — και η διαφορά ακούγεται αμέσως. Το By the Way (2002) είναι πιο melodic, πιο layered, με Beach Boys harmonies κάτω από το rock. Και το Stadium Arcadium (2006) — διπλό άλμπουμ, 28 κομμάτια — είναι η πιο φιλόδοξη κίνησή τους: funk, rock, psychedelia, ballads, όλα ανακατεμένα με τεράστιο confidence. Ο Frusciante είναι ένας από τους σπάνιους κιθαρίστες που βλέπει τη κιθάρα ως μελωδικό instrument πρώτα και rhythm instrument δεύτερα — και αυτό δίνει στους RHCP έναν ήχο που κανείς άλλος δεν μπορεί να αντιγράψει.
Οι 30 Seconds to Mars από το Los Angeles — με επικεφαλής τον Jared Leto — είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες μπάντες της δεκαετίας, αλλά και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες. Το self-titled ντεμπούτο (2002) ήταν σχεδόν progressive rock — σύνθετο, theatrical, φιλόδοξο. Το A Beautiful Lie (2005) τους έκανε παγκόσμιους: alternative rock με cinematic scope, με χορωδίες που ακούγονταν σαν να ηχογραφήθηκαν σε καθεδρικό ναό, με τον Leto να τραγουδά για ιδανικά και καταστροφή με ίση ένταση. Κατηγορήθηκαν για pretension — αλλά το pretension, όταν είναι ειλικρινής, γίνεται φιλοδοξία. Το This Is War (2009) τους έφερε κοντά στο arena rock με τρόπο που λίγες μπάντες κατάφεραν εκείνη τη δεκαετία.
Και επιστρέφοντας στους Muse — αν και αναφέρθηκαν στο Post-Britpop, η ουσία τους ξεφεύγει καθαρά από εκεί. Ο Matt Bellamy γράφει κομμάτια που συνδυάζουν Queen, Radiohead, Rachmaninoff και conspiracy theories σε ένα ενιαίο, απολύτως πειστικό σύνολο. Η κιθάρα του δεν παίζει απλώς riffs — αυτοσχεδιάζει πάνω σε ορχηστρικά arrangements. Το Absolution (2003) και το Black Holes and Revelations (2006) δείχνουν μια μπάντα που αρνείται να επαναλάβει τον εαυτό της. Το Knights of Cydonia — με το spaghetti western intro, τα galloping drums και το operatic chorus — είναι ένα από τα πιο αναπάντεχα μεγάλα κομμάτια που γράφτηκαν στη δεκαετία. Οι Muse δεν είναι Post-Britpop, δεν είναι progressive rock, δεν είναι alternative — είναι Muse, και αυτό αρκεί.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι Radiohead — αν και η ιστορία τους στα 2000s είναι τόσο μεγάλη που αξίζει δική της αναφορά. Μετά το Kid A (2000) — το άλμπουμ που έσπασε κάθε προσδοκία και ανέδειξε έναν ήχο που δεν ήταν ούτε rock ούτε electronic αλλά κάτι ανάμεσα — ακολούθησαν το Amnesiac (2001) και το Hail to the Thief (2003). Και το In Rainbows (2007) — κυκλοφόρησε online με pay-what-you-want μοντέλο, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο που σκεφτόμαστε τη διανομή μουσικής. Οι Radiohead δεν ανήκουν σε καμία εποχή — αλλά τη 2000s εποχή την επηρέασαν βαθύτατα.
Αυτές οι μπάντες μοιράζονται κάτι σημαντικό: αρνούνται τον περιορισμό. Δεν υπάρχει genre που να τις χωράει πλήρως, δεν υπάρχει κατηγορία που να τις δικαιώνει. Και ίσως αυτό είναι το πιο rock πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος — να αρνείται να ονομαστεί.
Υπάρχει μια κατηγορία μουσικής στα 2000s που δεν ανήκει στο metal, δεν ανήκει στο mainstream alternative, και δεν ανήκει στο indie — αλλά πουλάει εκατομμύρια αντίτυπα και γεμίζει arenas σε ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι η gothic και dark alternative σκηνή: μουσική που αγκαλιάζει το σκοτάδι όχι ως πρόβλημα αλλά ως αισθητική φιλοσοφία. Εδώ η μελαγχολία δεν είναι αδυναμία — είναι ταυτότητα.
Οι ρίζες βρίσκονται βαθιά στα 80s — Bauhaus, Sisters of Mercy, The Cure, Siouxsie and the Banshees — αλλά στα 2000s αυτή η κληρονομιά ντύνεται με σύγχρονη rock παραγωγή και φτάνει σε κοινό που ποτέ δεν θα είχε ψάξει αρχειακό post-punk. Η αισθητική είναι αναγνωρίσιμη: σκούρα χρώματα, romantic imagery, φωνητικά που κινούνται μεταξύ τρυφερότητας και οδύνης, κιθάρες που χτίζουν ατμόσφαιρα πριν χτυπήσουν.
Οι HIM από το Helsinki είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Ο Ville Valo επινόησε τον όρο «love metal» για να περιγράψει τι έκαναν — και ο όρος ήταν ακριβής: heavy metal δομές, gothic ατμόσφαιρα, αλλά επίκεντρο η ρομαντική αγάπη και η απώλεια, όχι η επιθετικότητα ή το σκοτάδι για το σκοτάδι. Το Razorblade Romance (2000) και το Love Metal (2003) τους έκαναν τεράστιους στην Ευρώπη — ιδιαίτερα στη Γερμανία και τις σκανδιναβικές χώρες. Στις ΗΠΑ βρήκαν cult following μέσα από τον Bam Margera του Jackass, που χρησιμοποιούσε συνεχώς τη μουσική τους. Ο Valo έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εικόνα της δεκαετίας — το heartagram logo φορεμένο από εφήβους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Οι Placebo από το Λονδίνο — Βρετανο-βελγική σύνθεση με επίκεντρο τον Brian Molko — ανέπτυξαν μια αισθητική εντελώς δική τους: androgynous εμφάνιση, στίχοι για σεξουαλική ρευστότητα, ναρκωτικά, αυτοκαταστροφή και αποξένωση, ντυμένοι με glam rock επιρροές και dark alternative ήχο. Τα 2000s είναι από τις πιο παραγωγικές τους περιόδους. Το Black Market Music (2000), το Sleeping with Ghosts (2003) — με το ηλεκτρονικό, industrial-tinged ήχο του — και το Meds (2006) δείχνουν μια μπάντα που εξελίσσεται συνεχώς χωρίς να χάνει ποτέ την ταυτότητά της. Ο Molko τραγουδούσε με μια φωνή που ήταν σκόπιμα androgynous — και αυτό, σε μια εποχή που το mainstream rock ήταν κυρίαρχα male και macho, ήταν genuinely radical.
Αν οι HIM και οι Placebo αντιπροσωπεύουν το εμπορικό πρόσωπο του gothic alternative, οι Type O Negative από το Brooklyn αντιπροσωπεύουν το βαθύτερο, πιο ακραίο άκρο. Ο Peter Steele — βαθύφωνος, τεράστιος σε ανάστημα, με μια παρουσία που ήταν ταυτόχρονα τρομακτική και αστεία — έγραφε doom metal με gothic rock αισθητική και ένα βαθύ, σχεδόν operatic χιούμορ. Το World Coming Down (1999) και το Life Is Killing Me (2003) είναι από τα πιο ασυνήθιστα — και αξέχαστα — άλμπουμ της εποχής. Ο Steele πέθανε το 2010 από καρδιακή ανακοπή. Η μπάντα δεν συνεχίστηκε — δεν μπορούσε.
Στην ίδια σφαίρα κινούνται και οι Evanescence από το Arkansas — αν και η ταμπέλα gothic είναι εδώ πιο χαλαρή. Η Amy Lee και ο Ben Moody δημιούργησαν έναν ήχο που συνδύαζε orchestral arrangements, heavy guitars και τη φωνή της Lee που κινούνταν μεταξύ κλασικής opera και rock power. Το Fallen (2003) πούλησε πάνω από 17 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως — ένα από τα πιο επιτυχημένα ντεμπούτα στην ιστορία της rock. Το Bring Me to Life και το My Immortal έγιναν ύμνοι γενιάς. Κατηγορήθηκαν για υπερβολικό melodrama — αλλά αυτό ακριβώς ήθελαν να είναι.
Αυτό που ενώνει όλες αυτές τις μπάντες είναι η άρνηση να ζητήσουν συγγνώμη για το τι είναι. Σε μια εποχή που το cool απαιτούσε detachment και ειρωνεία, το gothic alternative επέλεγε την πλήρη συναισθηματική έκθεση — με αισθητική που έλεγε ξεκάθαρα: ναι, αυτό είμαστε. Και για εκατομμύρια ακροατές, αυτό ήταν ακριβώς αυτό που χρειάζονταν.
Είδαμε πώς το nu metal αναδύθηκε στα τέλη των ’90s — την επιθετικότητα των Korn, την ατμόσφαιρα των Deftones, την ενέργεια των Linkin Park. Στις αρχές των 2000s αυτός ο ήχος βρίσκεται στο απόγειό του. Και μετά αρχίζει η πτώση — γρήγορη και αμείλικτη, τυπική κατάρρευση ενός genre που έχει καταναλώσει τον εαυτό του.
Αλλά εδώ υπάρχει κάτι ενδιαφέρον: ορισμένες από τις μπάντες που ξεκίνησαν μέσα στο nu metal αρνούνται να πεθάνουν μαζί με αυτό. Αντίθετα, εξελίσσονται — άλλες προς πιο alternative ήχους, άλλες προς progressive rock, άλλες σε κάτι εντελώς ανορθόδοξο. Και αυτή η εξέλιξη είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία της δεκαετίας στο χώρο του βαρύτερου ήχου.
Οι Deftones είναι η σαφέστερη περίπτωση. Εξετάσαμε πώς το White Pony (2000) ήταν ήδη αρκετά διαφορετικό από το nu metal ώστε η μπάντα να αρνείται την ταμπέλα. Στα 2000s αυτή η εξέλιξη συνεχίζεται. Το self-titled άλμπουμ (2003) και κυρίως το Saturday Night Wrist (2006) δείχνουν μια μπάντα που κινείται προς shoegaze, dream pop και ambient rock. Ο Chino Moreno τραγουδά πιο ήσυχα και πιο μελωδικά. Οι κιθάρες του Stephen Carpenter γίνονται πιο atmospheric, λιγότερο down-tuned chug. Υπάρχει ένα βάθος εδώ που το nu metal ποτέ δεν διεκδίκησε. Οι Deftones δεν αφήνουν πίσω τους τη βαρύτητα — αλλά την κάνουν να αναπνέει.
Οι System of a Down από τη Λος Άντζελες είναι εντελώς άλλη υπόθεση. Αρμενοαμερικανικής καταγωγής, με ξεκάθαρη πολιτική ατζέντα και έναν ήχο που ανακατεύει nu metal, progressive rock, folk elements ανατολικής παράδοσης και αρμενικές επιρροές σε κάτι που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο. Το Toxicity (2001) γίνεται ένα από τα best-selling άλμπουμ της δεκαετίας. Οι Mezmerize και Hypnotize (2005) — κυκλοφορούν μέσα σε έξι μήνες — είναι από τα πιο πολιτικά φορτισμένα ροκ άλμπουμ που γράφτηκαν ποτέ: anti-war, anti-corporate, με άμεσες αναφορές στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Ο Serj Tankian κινεί τη φωνή του από operatic υψηλές νότες σε aggressive screaming μέσα σε δευτερόλεπτα. Η δυσαρμονία ανάμεσα σε Tankian και Daron Malakian είναι ταυτόχρονα επαγγελματική έκρηξη και δημιουργικό καύσιμο.
Οι Linkin Park είχαν φτάσει το nu metal στο εμπορικό του apex με το Hybrid Theory (2000). Αλλά αντί να επαναλάβουν αυτόν τον τύπο, επιλέγουν — με κόστος — να εξελιχθούν. Το Meteora (2003) είναι ακόμα nu metal στην ουσία, αλλά το Minutes to Midnight (2007) σηματοδοτεί στροφή προς mainstream alternative rock. Χάνουν μεγάλο μέρος του αρχικού τους κοινού — και κερδίζουν καινούριο. Είναι μια δύσκολη, ανδρεία επιλογή που λίγες μπάντες στη θέση τους θα έκαναν.
Το alternative metal αναδύεται σε αυτή τη δεκαετία ως ξεχωριστή κατηγορία — μπάντες που παίζουν βαρύ και distorted αλλά αρνούνται να εγκλωβιστούν σε genre κανόνες. Οι Audioslave, που γεννιούνται από τις στάχτες του Soundgarden (Chris Cornell) και του Rage Against the Machine (Tom Morello, Tim Commerford, Brad Wilk), είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση: arena rock ισχύς, alternative ευαισθησία, σχεδόν κλασική ροκ παρουσία στο σύνολο.
Ο Tom Morello ανακάτεψε στα Audioslave αυτό που έκανε στους RATM — κιθάρα ως instrument πειραματισμού, scratch effects, whammy bar τεχνικές — με κάτι πιο melodically driven. Ο Chris Cornell έφερε τη φωνή του σε διαφορετικό πλαίσιο — λιγότερο σκοτεινό από τους Soundgarden, πιο χαλαρό, πιο mainstream. Αλλά ακόμα ισχυρό. Το self-titled ντεμπούτο τους (2002) είναι ένα από τα καλύτερα alternative rock άλμπουμ της εποχής.
Κοιτάζοντας πίσω, τα 2000s είναι η πιο δύσκολη δεκαετία να συνοψίσεις, ακριβώς επειδή αρνείται πεισματικά ναμπει σε καλούπι. Δεν έχει ένα κεντρικό αφήγημα, δεν έχει ένα κυρίαρχο είδος, δεν έχει ένα πρόσωπο. Έχει πολλά.
Αυτό που μοιράζονται όλα τα ρεύματα που εξετάσαμε είναι η αίσθηση ότι ο κόσμος αλλάζει γύρω τους και αυτά ψάχνουν να βρουν τη θέση τους. Το post-punk revival αρνείται τον θόρυβο της τεχνολογίας και επιστρέφει στη γυμνή κιθάρα. Το indie rock επιλέγει την εσωτερικότητα ενώ γύρω του όλοι φωνάζουν. Το emo βρίσκει εκατομμύρια εφήβους που ήθελαν απλώς να ακουστούν. Το post-hardcore αρνείται να γίνει πιο προσιτό. Και το nu metal, στη μετεξέλιξή του, αποδεικνύει ότι η εξέλιξη είναι δυνατή — αλλά κοστίζει.
Τα 2000s είναι η πρώτη δεκαετία της ψηφιακής ελευθερίας — και αυτό σημαίνει ελευθερία να είσαι ακριβώς αυτό που θέλεις, χωρίς να χρειαστείς την άδεια της βιομηχανίας. Αυτή η ελευθερία φέρνει ανισότητα — κάποια ρεύματα χάνονται στο θόρυβο, κάποια βρίσκουν κοινό που ποτέ δεν θα το είχαν βρει χωρίς internet — αλλά φέρνει και κάτι πολύτιμο: πολλαπλασιασμό φωνών.
Η rock μουσική δεν πέθανε στα 2000s. Κατακερματίστηκε. Και αυτός ο κατακερματισμός — παρά τις εμφανείς αδυναμίες του — ήταν ίσως η πιο ειλικρινής κατάσταση που είχε βρεθεί ποτέ η rock: χωρίς ένα κέντρο, χωρίς έναν αρχηγό, χωρίς έναν ήχο που αντιπροσώπευε τα πάντα. Υπήρχαν μόνο άνθρωποι που ήθελαν να πουν κάτι — και τρόποι να το πουν που ποτέ πριν δεν είχαν φανταστεί.
Στο επόμενο κεφάλαιο — τη δεκαετία του 2010 — η rock θα αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία της: την ανάδυση της ηλεκτρονικής ποπ και της hip-hop ως κυρίαρχα είδη, σε βαθμό που να αναρωτιέται κανείς αν η rock έχει ακόμα κάτι να πει στον κόσμο. Αλλά αυτή η ιστορία ανήκει στο επόμενο μέρος.