Οι Queensrÿche ετοιμάζουν τον διάδοχο του Digital Noise Alliance του 2022 και, σύμφωνα με όσα αποκάλυψαν οι Todd La Torre και Michael Wilton, το νέο υλικό έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την πρώτη περίοδο του συγκροτήματος. Μάλιστα, ο La Torre ανέφερε συγκεκριμένα τα The Warning και Rage for Order, δύο δίσκους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ήχου των Αμερικανών.
Οι δύο μουσικοί μίλησαν στις 22 Οκτωβρίου στην εκπομπή Trunk Nation With Eddie Trunk του SiriusXM, δίνοντας περισσότερες πληροφορίες για την πορεία των ηχογραφήσεων και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν εξαιτίας του ιδιαίτερα φορτωμένου συναυλιακού τους προγράμματος.
Ο La Torre εξήγησε ότι έχει ήδη στα χέρια του αρκετές νέες συνθέσεις, πάνω στις οποίες πρέπει να δουλέψει τους στίχους και τις φωνητικές μελωδίες. Οι κιθαρίστες Michael Wilton και Mike Stone έχουν προχωρήσει σημαντικά τη σύνθεση του υλικού, πραγματοποιώντας ξεχωριστές συναντήσεις με τον παραγωγό Chris «Zeuss» Harris.
Αυτή η διαδικασία φαίνεται ότι λειτουργεί καλύτερα για το συγκρότημα, καθώς επιτρέπει στους μουσικούς να αναπτύσσουν τις ιδέες τους χωρίς να χρειάζεται να βρίσκονται όλοι συνεχώς στον ίδιο χώρο.
Ο La Torre παραδέχτηκε ότι, όταν συμμετέχουν ταυτόχρονα πέντε άνθρωποι στη σύνθεση, οι διαφορετικές απόψεις μπορεί να καθυστερήσουν τη δημιουργική διαδικασία. Έτσι, προτιμά να παραλαμβάνει το αρχικό υλικό, να δουλεύει μόνος του τις φωνητικές γραμμές και στη συνέχεια να γίνονται οι απαραίτητες αλλαγές στις ενορχηστρώσεις.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, ήταν η αναφορά του στον ήχο των νέων τραγουδιών.
«Το καινούριο υλικό θυμίζει τους παλιούς Queensrÿche, την εποχή των Rage for Order και The Warning», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επιστροφή στις ρίζες, αλλά όχι απαραίτητα στο παρελθόν
Για όσους παρακολουθούν τους Queensrÿche από τα πρώτα τους χρόνια, η συγκεκριμένη σύγκριση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το The Warning του 1984 ήταν ένας δίσκος που παρουσίασε ένα συγκρότημα με ξεκάθαρες heavy metal επιρροές, αλλά και με διάθεση να ξεφύγει από τις συνηθισμένες φόρμες της εποχής. Οι διπλές κιθάρες, οι αλλαγές ρυθμού και η ιδιαίτερη φωνή του Geoff Tate έδειχναν ήδη ότι οι Queensrÿche είχαν κάτι διαφορετικό να προσφέρουν.
Δύο χρόνια αργότερα, με το Rage for Order, η μπάντα προχώρησε ακόμη περισσότερο. Οι συνθέσεις έγιναν πιο σύνθετες, τα ηλεκτρονικά στοιχεία απέκτησαν μεγαλύτερο ρόλο και η ατμόσφαιρα του δίσκου ήταν αρκετά διαφορετική από το παραδοσιακό heavy metal της περιόδου.
Προσωπικά, θεωρώ το Rage for Order έναν από τους πιο ιδιαίτερους δίσκους τους. Μπορεί το Operation: Mindcrime να είναι εκείνο που καθιέρωσε οριστικά τους Queensrÿche, αλλά το Rage for Order είχε έναν χαρακτήρα που δύσκολα συναντούσες τότε σε άλλα συγκροτήματα. Ήταν σκοτεινό, αρκετά πειραματικό και ταυτόχρονα διατηρούσε τη δύναμη των κιθαρών.
Αν λοιπόν το νέο υλικό πλησιάζει πραγματικά εκείνη την περίοδο, υπάρχει λόγος να περιμένουμε κάτι ενδιαφέρον.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι Queensrÿche θα ηχογραφήσουν ξανά το The Warning ή το Rage for Order. Έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα χρόνια, η σύνθεση του συγκροτήματος έχει αλλάξει και ο Todd La Torre έχει πλέον διαμορφώσει τη δική του παρουσία στη μπάντα.
Ο Michael Wilton, πάντως, εξήγησε ότι ο τρόπος με τον οποίο γράφει μουσική δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα από τα νεανικά του χρόνια. Όλα ξεκινούν από ένα καλό κιθαριστικό riff, πάνω στο οποίο χτίζονται σταδιακά οι υπόλοιπες ιδέες.
Η συνεργασία του με τον Mike Stone φαίνεται ότι έχει επαναφέρει αυτή τη διαδικασία στο προσκήνιο, με τους δύο κιθαρίστες να ανταλλάσσουν μουσικές ιδέες όπως έκαναν οι Queensrÿche στις πρώτες τους ηχογραφήσεις.
Ο Wilton εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για το αποτέλεσμα, δηλώνοντας ότι πιστεύει πως ο επόμενος δίσκος θα είναι πολύ καλός.
Ένα ακόμη στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο νέος δίσκος ενδέχεται να έχει ενιαία θεματολογία.
Σε προηγούμενη συνέντευξή του, τον Ιούλιο, ο La Torre είχε αποκαλύψει ότι το συγκρότημα επεξεργάζεται μια ιδέα που συνδέεται με ένα θέμα από την πρώτη του δισκογραφική περίοδο, το οποίο δεν είχε εξερευνήσει ξανά.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για συνέχεια του Operation: Mindcrime, ούτε υπάρχει πρόθεση να επιστρέψουν στη συγκεκριμένη ιστορία.
Αυτή είναι μια σημαντική διευκρίνιση. Το Operation: Mindcrime παραμένει ένα από τα σπουδαιότερα concept albums του progressive metal, αλλά δεν είναι απαραίτητο κάθε νέα δουλειά των Queensrÿche να συνδέεται με αυτό.
Η μπάντα έχει αποδείξει, ιδιαίτερα μετά την είσοδο του La Torre το 2012, ότι μπορεί να δημιουργήσει αξιόλογους δίσκους χωρίς να προσπαθεί να αναπαράγει τις μεγαλύτερες επιτυχίες της.
Τα Queensrÿche (2013), Condition Hüman (2015), The Verdict (2019) και Digital Noise Alliance (2022) διατήρησαν αρκετά από τα χαρακτηριστικά του κλασικού ήχου τους, παρουσιάζοντας παράλληλα ένα συγκρότημα που προσπαθεί να συνεχίσει δημιουργικά.
Το πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι κυρίως ο χρόνος.
Ο Todd La Torre ανέφερε ότι οι Queensrÿche πραγματοποιούν περίπου 100 συναυλίες τον χρόνο, γεγονός που αφήνει ελάχιστα περιθώρια για συγκεντρωμένη δουλειά στο στούντιο. Όπως εξήγησε, η συνεχής μετακίνηση και η κούραση δεν βοηθούν ιδιαίτερα τη σύνθεση νέας μουσικής.
Ο Wilton συμφώνησε, σημειώνοντας ότι οι εποχές στις οποίες ένα συγκρότημα μπορούσε να αφιερώσει τρεις ή έξι συνεχόμενους μήνες σε έναν δίσκο έχουν αλλάξει. Οι περιοδείες αποτελούν πλέον βασικό κομμάτι της επαγγελματικής δραστηριότητας των μουσικών και η ισορροπία ανάμεσα στις συναυλίες και στη δημιουργία γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Για τον λόγο αυτό, έχουν ζητήσει από τους συνεργάτες τους να περιορίσουν προσωρινά τις νέες συναυλιακές υποχρεώσεις, ώστε να μπορέσουν να ολοκληρώσουν το άλμπουμ.
Ο επόμενος δίσκος θα είναι επίσης ο τελευταίος στο πλαίσιο της υπάρχουσας συμφωνίας τους με τη Century Media.
Προς το παρόν δεν υπάρχει επίσημος τίτλος ή ημερομηνία κυκλοφορίας, ενώ οι εργασίες βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της σύνθεσης.
Οι συγκρίσεις με τα The Warning και Rage for Order ανεβάζουν αναπόφευκτα τις προσδοκίες, ιδιαίτερα για τους παλαιότερους φίλους του συγκροτήματος. Θα προτιμούσα, πάντως, να ακούσω έναν πραγματικά καλό καινούριο δίσκο των Queensrÿche παρά μια προσπάθεια να ξαναζωντανέψουν με το ζόρι τον ήχο του 1986.
Αν καταφέρουν να συνδυάσουν τις παλιές τους επιρροές με τη σημερινή τους εμπειρία, το αποτέλεσμα μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή επιστροφή στο παρελθόν.