Ο Nicko McBrain επέστρεψε σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας των Iron Maiden, παραδεχόμενος ότι το συγκρότημα θα μπορούσε να είχε βοηθήσει περισσότερο τον Blaze Bayley όταν εκείνος ανέλαβε τη θέση του τραγουδιστή μετά την αποχώρηση του Bruce Dickinson.
Σε νέα συνέντευξή του στον Barry Robinson του Classic Album Review, με αφορμή την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του Hello Boys And Girls!, ο πρώην ντράμερ των Maiden μίλησε για τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Bayley στις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος και για μια μουσική επιλογή που, όπως πιστεύει σήμερα, θα μπορούσε να είχε κάνει σημαντική διαφορά.
Ο McBrain θεωρεί ότι οι Iron Maiden έπρεπε να είχαν κατεβάσει τα τραγούδια κατά ένα ημιτόνιο ή ακόμη και έναν ολόκληρο τόνο, ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη φωνή του νέου τους τραγουδιστή.
«Για να είμαστε δίκαιοι με τον Blaze, δεν μεταφέραμε τα τραγούδια σε άλλη τονικότητα. Έπρεπε να το είχαμε κάνει», παραδέχτηκε.
Και η συγκεκριμένη δήλωση έχει ενδιαφέρον, γιατί αγγίζει ένα από τα βασικότερα ζητήματα που συζητήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Blaze Bayley δεν ήταν ένας τραγουδιστής που προσπαθούσε να αντιγράψει τον Bruce Dickinson. Είχε διαφορετική φωνή, διαφορετικό τρόπο ερμηνείας και ένα αρκετά χαμηλότερο φωνητικό εύρος.
Το πρόβλημα ήταν ότι κλήθηκε να τραγουδήσει ένα μεγάλο μέρος του κλασικού ρεπερτορίου των Iron Maiden, χωρίς το συγκρότημα να προσαρμόσει τις τονικότητες στις δυνατότητές του.
Δύο διαφορετικές φωνές, το ίδιο ρεπερτόριο
Ο Bruce Dickinson αποχώρησε από τους Iron Maiden το 1993, έπειτα από μια περίοδο έντασης μέσα στο συγκρότημα. Τη θέση του ανέλαβε ο Blaze Bayley, ο οποίος είχε γίνει γνωστός μέσα από τους Wolfsbane.
Η επιλογή του δεν ήταν απαραίτητα παράλογη. Ο Bayley διέθετε μια δυνατή, χαρακτηριστική φωνή, αλλά η προσέγγισή του ήταν αρκετά διαφορετική από εκείνη του Dickinson.
Ο Bruce μπορούσε να κινηθεί με μεγάλη άνεση στις υψηλές περιοχές, κάτι που αποτελούσε βασικό στοιχείο πολλών κλασικών τραγουδιών των Maiden. Ο Blaze, αντίθετα, ήταν περισσότερο βαρύτονος, με τη δύναμη της φωνής του να βρίσκεται χαμηλότερα.
Αυτή η διαφορά γινόταν ιδιαίτερα αισθητή στις συναυλίες.
Ο McBrain αναφέρθηκε ειδικά στην περιοδεία του Virtual XI, λέγοντας ότι ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για τον Bayley.
«Νομίζω ότι πραγματικά θα έπρεπε να τον είχαμε βοηθήσει, αλλάζοντας την τονικότητα των τραγουδιών. Δεν το κάναμε όμως», εξήγησε.
Στην πράξη, το να χαμηλώσει ένα συγκρότημα το κούρδισμα κατά ένα ημιτόνιο δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Πολλές μπάντες το κάνουν για να διευκολύνουν τους τραγουδιστές τους, ιδιαίτερα όταν το ρεπερτόριο περιλαμβάνει απαιτητικά φωνητικά μέρη.
Στην περίπτωση των Iron Maiden, μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να βοηθήσει τον Blaze να ερμηνεύει τραγούδια όπως τα The Trooper, Hallowed Be Thy Name και The Number of the Beast χωρίς να χρειάζεται να φτάνει συνεχώς στα όρια της φωνής του.
Δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματα θα λύνονταν αυτομάτως. Ο τρόπος με τον οποίο τραγουδά κάποιος έχει εξίσου μεγάλη σημασία με την τονικότητα. Ωστόσο, θα ήταν μια ουσιαστική προσαρμογή σε έναν τραγουδιστή που είχε αναλάβει μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή.
Η δύσκολη περίοδος του Blaze και η σχέση του με τον Nicko
Ο Bayley ηχογράφησε δύο studio albums με τους Iron Maiden, το The X Factor το 1995 και το Virtual XI το 1998.
Και οι δύο δίσκοι γνώρισαν μικρότερη εμπορική επιτυχία από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του συγκροτήματος, ενώ η αλλαγή τραγουδιστή είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις στους οπαδούς.
Το The X Factor παρουσίασε μια πιο σκοτεινή πλευρά των Maiden, με μεγαλύτερες συνθέσεις και μια αρκετά βαριά ατμόσφαιρα. Τραγούδια όπως τα Sign of the Cross, Man on the Edge και The Edge of Darkness έδειξαν ότι το συγκρότημα μπορούσε να δημιουργήσει ενδιαφέρουσα μουσική και με διαφορετικό τραγουδιστή.
Το Virtual XI, από την άλλη, είχε πιο ανάμεικτη υποδοχή, αν και περιλαμβάνει συνθέσεις όπως το The Clansman και το Futureal, που εξακολουθούν να έχουν τη δική τους θέση στην ιστορία των Maiden.
Ο Nicko McBrain παραδέχτηκε ότι εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια γενικότερη αρνητική ατμόσφαιρα μέσα στο συγκρότημα.
Παράλληλα, όμως, αποκάλυψε ότι είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερα στενή σχέση με τον Blaze.
Όπως εξήγησε, τον είχε πάρει υπό την προστασία του, λειτουργώντας αρκετές φορές ως μέντορας και άνθρωπος εμπιστοσύνης. Ο Bayley συζητούσε μαζί του τις ανησυχίες του και τον ρωτούσε πώς θα αντιδρούσε ο Steve Harris σε διάφορες καταστάσεις.
Γι’ αυτό και η απόφαση να αντικατασταθεί το 1999 ήταν δύσκολη και σε προσωπικό επίπεδο.
Ο McBrain θυμήθηκε τη συνάντηση στην οποία το συγκρότημα ενημέρωσε τον Blaze ότι ο Dickinson επρόκειτο να επιστρέψει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Bayley αντιμετώπισε την απόφαση με αξιοπρέπεια, λέγοντας ουσιαστικά ότι οι Iron Maiden ήταν πολύ σημαντικό συγκρότημα για να μη συνεχίσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Ο Nicko εξακολουθεί να μιλά με ιδιαίτερη εκτίμηση για εκείνον, παρά τις δυσκολίες της συνεργασίας τους.
Ο Bruce Dickinson και η επιστροφή των Maiden
Στην ίδια συνέντευξη, ο McBrain αναφέρθηκε και στην αποχώρηση του Bruce Dickinson το 1993.
Παραδέχτηκε ότι είχε ενοχληθεί ιδιαίτερα από τον τρόπο με τον οποίο ανακοινώθηκε η απόφαση, καθώς ο Dickinson είχε εκφράσει την πρόθεσή του να φύγει πριν ολοκληρωθεί η περιοδεία του Fear of the Dark.
Για τον Nicko ήταν δύσκολο να βρίσκεται κάθε βράδυ στη σκηνή γνωρίζοντας ότι ο τραγουδιστής δεν ήθελε πλέον να είναι μέλος του συγκροτήματος.
Όταν όμως ο Dickinson επέστρεψε το 1999, οι δυο τους συζήτησαν ανοιχτά όσα είχαν συμβεί.
Ο McBrain του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο που είχε αισθανθεί τότε, αλλά ήταν πραγματικά χαρούμενος που επέστρεφε. Ο Bruce ανταποκρίθηκε με την ίδια διάθεση και, σύμφωνα με τον Nicko, το ζήτημα έκλεισε οριστικά εκείνη τη στιγμή.
Η επιστροφή του Dickinson συνοδεύτηκε και από εκείνη του Adrian Smith, οδηγώντας τους Iron Maiden στη σύνθεση των έξι μελών που ηχογράφησε το Brave New World το 2000.
Ο McBrain θυμάται με ιδιαίτερη ικανοποίηση τις ηχογραφήσεις στο Παρίσι και τη συνεργασία με τον παραγωγό Kevin Shirley, θεωρώντας ότι ο δίσκος κατάφερε να αποτυπώσει ξανά τη δυναμική του συγκροτήματος.
Έχει ενδιαφέρον, πάντως, ότι και ο ίδιος ο Dickinson έχει αναγνωρίσει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Bayley.
Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε επισημάνει ότι ορισμένα τραγούδια που γράφτηκαν για τον Blaze βρίσκονται τόσο χαμηλά φωνητικά, ώστε ακόμη και ο ίδιος δυσκολεύεται να τα αποδώσει με την ίδια δύναμη.
Και αυτό εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο πόσο διαφορετικοί ήταν οι δύο τραγουδιστές.
Μια παραδοχή που έρχεται αρκετά χρόνια αργότερα
Η άποψη του McBrain δεν είναι εντελώς καινούρια μέσα στους Iron Maiden.
Το 2024, ο Steve Harris είχε επίσης αναγνωρίσει ότι ίσως θα έπρεπε να είχαν χαμηλώσει τις τονικότητες ορισμένων τραγουδιών κατά την περίοδο του Blaze Bayley.
Ο Harris είχε εξηγήσει ότι το συγκρότημα δεν είχε σκεφτεί σοβαρά αυτή την επιλογή στις πρόβες και ότι ορισμένα προβλήματα έγιναν εμφανή μόνο όταν ξεκίνησαν οι συναυλίες.
Είχε μάλιστα τονίσει ότι ο Bayley βοήθησε τους Iron Maiden να συνεχίσουν σε μια δύσκολη περίοδο και ότι το συγκρότημα του οφείλει πολλά.
Προσωπικά, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη παραδοχή άργησε αρκετά να γίνει. Ο Blaze Bayley δέχτηκε μεγάλη κριτική στα χρόνια που βρισκόταν στους Maiden, πολλές φορές επειδή το κοινό περίμενε να ακούσει έναν δεύτερο Bruce Dickinson.
Αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ το δυνατό του σημείο, ούτε ο λόγος για τον οποίο τον επέλεξαν.
Ακούγοντας σήμερα το The X Factor, βρίσκω αρκετές συνθέσεις που εξακολουθούν να έχουν ενδιαφέρον, ειδικά όταν τις αντιμετωπίζεις ως τραγούδια γραμμένα για τη φωνή του Blaze και όχι ως συνέχεια των δίσκων με τον Dickinson.
Το πρόβλημα στις συναυλίες ήταν διαφορετικό. Εκεί ο Bayley έπρεπε να προσαρμοστεί σε ένα ρεπερτόριο που είχε χτιστεί γύρω από μια εντελώς διαφορετική φωνή, χωρίς το συγκρότημα να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές.
Αυτό δεν αναιρεί τις δυσκολίες της περιόδου ούτε σημαίνει ότι η πορεία των Maiden θα ήταν διαφορετική αν είχαν κατεβάσει τα κουρδίσματα.
Δείχνει όμως ότι η ευθύνη για όσα δεν λειτούργησαν τότε δεν ανήκε αποκλειστικά στον τραγουδιστή.
Και είναι θετικό ότι, τόσα χρόνια αργότερα, τόσο ο Nicko McBrain όσο και ο Steve Harris το αναγνωρίζουν.